Για περισσότερο από δύο δεκαετίες, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν υπήρξε απλά ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της Τουρκίας, αλλά η ίδια η πολιτική έκφραση του τουρκικού κράτους.
Από την πρώτη εκλογική νίκη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), το 2002, μέχρι και σήμερα, ο Ερντογάν, κατάφερε να συγκεντρώσει σταδιακά στα χέρια του, εξουσίες, που κανένας άλλος Τούρκος ηγέτης -μετά τον Μουσταφά Κεμάλ- δεν διέθετε σε τόσο μεγάλο βαθμό.
Υπέταξε το πολιτικό σύστημα, στις δικές του ισορροπίες, αναδιαμόρφωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις, περιόρισε την επιρροή του κεμαλικού κατεστημένου, απέκτησε σχεδόν απόλυτο έλεγχο στους μηχανισμούς ασφαλείας και μετέτρεψε την Τουρκία, από κοινοβουλευτική δημοκρατία, σε ένα ισχυρό προεδρικό σύστημα, όπου ο πρόεδρος, αποτελεί το επίκεντρο, σχεδόν κάθε σημαντικής κρατικής απόφασης.
Για χρόνια, η συζήτηση γύρω από τον διάδοχό του, αντιμετωπιζόταν, ως πολιτικό ταμπού. Όχι μόνο, επειδή ο ίδιος, έδειχνε να ελέγχει πλήρως το κυβερνών κόμμα, αλλά και επειδή, κανένα κορυφαίο στέλεχος του AKP, δεν τολμούσε να εμφανιστεί ως πιθανός αντικαταστάτης του. Σήμερα, όμως, το κλίμα φαίνεται να αλλάζει.
Το πρόσφατο δημοσίευμα του Nordic Monitor, επανέφερε, στο προσκήνιο, ένα θέμα, που εδώ και χρόνια, απασχολεί διπλωμάτες, υπηρεσίες πληροφοριών και πολιτικούς αναλυτές: την κατάσταση της υγείας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τις πιθανές συνέπειές της για το μέλλον της Τουρκίας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι ολοένα συχνότερες στιγμές κόπωσης, τα λεκτικά ολισθήματα, οι εμφανείς δυσκολίες συγκέντρωσης και οι δημόσιες εικόνες, που έχουν προκαλέσει συζητήσεις, στο εσωτερικό της χώρας, έχουν ήδη πυροδοτήσει, μια παρασκηνιακή μάχη διαδοχής, ανάμεσα σε διαφορετικά κέντρα ισχύος, του τουρκικού καθεστώτος.
Η Άγκυρα, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έχει επιβεβαιώσει τίποτε από αυτά. Αντίθετα, εδώ και χρόνια, αντιμετωπίζει κάθε σχετική αναφορά, ως οργανωμένη προσπάθεια υπονόμευσης του προέδρου.
Και πράγματι, χωρίς επίσημα ιατρικά στοιχεία ή ανεξάρτητη αξιολόγηση, δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την κατάσταση της υγείας του Ερντογάν. Μάλιστα, το ίδιο το δημοσίευμα, αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχουν δημόσια διαθέσιμοι ιατρικοί φάκελοι, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του.
Ωστόσο, πέρα από το αν οι πληροφορίες του Nordic Monitor ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα δεδομένο που δύσκολα αμφισβητείται: η Τουρκία έχει ήδη αρχίσει να σκέφτεται την επόμενη ημέρα. Και αυτό, τα λέει όλα.
Η πολιτική κατασκευή ενός ανθρώπου
Η κυριαρχία του Ερντογάν, δεν βασίστηκε μόνο στις εκλογικές του νίκες και την αδιαμφισβήτητη πολιτική του οξυδέρκεια. Βασίστηκε, επίσης, και στη δημιουργία, ενός ολόκληρου συστήματος εξουσίας, που λειτουργεί, γύρω από το πρόσωπό του.
Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016, ο Τούρκος πρόεδρος, προχώρησε σε βαθιές εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό, από κεμαλικά στοιχεία και γενικότερα, αντικαθεστωτικούς.
Χιλιάδες στρατιωτικοί, δικαστές, αστυνομικοί, πανεπιστημιακοί και δημόσιοι υπάλληλοι, απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους, ενώ, οι κρατικές υπηρεσίες, αναδιοργανώθηκαν, με κριτήριο την πολιτική νομιμοφροσύνη προς το προεδρικό σύστημα.
Το δημοψήφισμα του 2017, αποτέλεσε το επόμενο μεγάλο βήμα. Με τη μετάβαση στο προεδρικό μοντέλο, η θέση του πρωθυπουργού καταργήθηκε και ο πρόεδρος, απέκτησε υπερεξουσίες: διορίζει υπουργούς και αντιπροέδρους, εκδίδει προεδρικά διατάγματα, επηρεάζει τη σύνθεση της Δικαιοσύνης και διαμορφώνει, σχεδόν μονοπρόσωπα, την εξωτερική και αμυντική πολιτική της χώρας.
Η αλλαγή αυτή, έχει τεράστια σημασία, για τη συζήτηση, που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη. Σε ένα κλασικό κοινοβουλευτικό σύστημα, η αποχώρηση ενός ηγέτη, μπορεί να οδηγήσει σε εσωκομματικές εκλογές ή σε αλλαγή κυβέρνησης, χωρίς να διαταραχθεί ο κρατικός μηχανισμός.
Στην Τουρκία, ωστόσο, του Ερντογάν, το πρόσωπο του προέδρου, αποτελεί τον βασικό άξονα, γύρω από τον οποίο, περιστρέφονται οι πολιτικές ισορροπίες.

Αυτό, σημαίνει, ότι η διαδοχή του, δεν είναι μια απλή απλή αλλαγή προσώπου, αλλά, η μεγαλύτερη δοκιμασία, που θα αντιμετωπίσει -ενδεχομένως- το πολιτικό σύστημα της χώρας, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016.
Και αυτό, ακριβώς, εξηγεί γιατί, σύμφωνα με το Nordic Monitor, η συζήτηση, δεν διεξάγεται πλέον μόνο στους διαδρόμους του προεδρικού μεγάρου, αλλά και στους κόλπους του AKP, της κρατικής γραφειοκρατίας, των υπηρεσιών ασφαλείας και ακόμη και μέσα στην ίδια την οικογένεια του προέδρου.
Οι τέσσερις «δελφίνοι»: Ποιος θα μπορέσει, πραγματικά, να διαδεχθεί τον Ερντογάν;
Αν κάτι χαρακτηρίζει, το πολιτικό σύστημα, που οικοδόμησε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είναι, ότι, δεν άφησε ποτέ να αναδειχθεί ένας συγκεκριμένος διάδοχος.
Σε αντίθεση, με άλλους αυταρχικούς ή ημι-προεδρικούς ηγέτες, ο Τούρκος πρόεδρος, απέφυγε συστηματικά, να επιτρέψει σε κάποιο κορυφαίο στέλεχος του AKP, να αποκτήσει τέτοια πολιτική ισχύ, ώστε να θεωρείται ο φυσικός συνεχιστής του.
Και δεν είναι καν τυχαίο, ότι, σχεδόν όλοι όσοι κάποτε εμφανίστηκαν ως πιθανοί «διάδοχοι» του, είτε απομακρύνθηκαν είτε περιθωριοποιήθηκαν.
Ο Αχμέτ Νταβούτογλου, ο άνθρωπος που διαμόρφωσε, το δόγμα του «στρατηγικού βάθους» και υπηρέτησε ως πρωθυπουργός, αποχώρησε συγκρουόμενος με τον Ερντογάν. Το ίδιο συνέβη με τον Αλί Μπαμπατζάν, ο οποίος, θεωρούνταν επί χρόνια, ως ο αρχιτέκτονας της οικονομικής ανάπτυξης της Τουρκίας. Ακόμη και ο πρώην πρόεδρος, Αμπντουλάχ Γκιουλ, συνιδρυτής του AKP και στενός συνοδοιπόρος του Ερντογάν, βρέθηκε σταδιακά, εκτός του στενού κύκλου εξουσίας.
Έτσι, η Τουρκία, φτάνει σήμερα στο παράδοξο, να διαθέτει έναν πανίσχυρο πρόεδρο, αλλά όχι έναν αδιαμφισβήτητο διάδοχο.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Nordic Monitor, η μάχη για την επόμενη ημέρα έχει ήδη αρχίσει, έστω και αθόρυβα. Οι πληροφορίες του, αναφέρουν, ότι διαφορετικά κέντρα ισχύος στο AKP, την κρατική γραφειοκρατία και την οικογένεια του προέδρου προετοιμάζονται για κάθε ενδεχόμενο.
– Χακάν Φιντάν: Ο άνθρωπος που γνωρίζει όλα τα μυστικά του κράτους
Αν ζητούσε κανείς, σήμερα, από ξένους διπλωμάτες, να κατονομάσουν τον επικρατέστερο διάδοχο του Ερντογάν, οι περισσότεροι πιθανότατα θα απαντούσαν το ίδιο όνομα: Χακάν Φιντάν. Και αυτό, γιατί, δεν πρόκειται για έναν κλασικό πολιτικό, αλλά, για έναν άνθρωπο των μηχανισμών.
Ως επικεφαλής της ΜΙΤ, για παραπάνω από μία δεκαετία, ο Φιντάν, είχε υπό την εποπτεία του, το μεγαλύτερο μέρος των μυστικών επιχειρήσεων της Τουρκίας.

Από τις επαφές με το PKK, μέχρι τις επιχειρήσεις στη Συρία, από τη Λιβύη, μέχρι τις ανταλλαγές κρατουμένων και τις επιχειρήσεις επαναπατρισμού Τούρκων πρακτόρων, ο Φιντάν, βρέθηκε στο επίκεντρο σχεδόν κάθε κρίσιμης υπόθεσης εθνικής ασφαλείας. Στη Δύση, τον αποκαλούν συχνά «ο άνθρωπος που ξέρει τα πάντα». Και αυτό, όχιι τυχαία.
Η μετακίνησή του, στο υπουργείο Εξωτερικών, δεν θεωρήθηκε υποβάθμιση, αλλά πολιτική αναβάθμιση, καθώς, του επέτρεψε, να αποκτήσει δημόσιο προφίλ, να συνομιλεί ισότιμα με κορυφαίους διεθνείς ηγέτες και να χτίσει εικόνα πολιτικού ηγέτη και όχι απλώς, ενός τυπικού επικεφαλής μυστικών υπηρεσιών.
Για την Ελλάδα, ο Φιντάν, αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον, αλλά και πιο δύσκολο σενάριο, καθώς, θεωρείται, λιγότερο παρορμητικός από τον Ερντογάν, ενώ, παράλληλα, υπήρξε ένας από τους βασικούς σχεδιαστές της τουρκικής στρατηγικής, στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με άλλα λόγια, μια ενδεχόμενη εκλογή του, δεν θα σήμαινε απαραίτητα πιο ήπιες σχέσεις με την Αθήνα, αλλά, ίσως οδηγούσε, σε μια πιο οργανωμένη, περισσότερο θεσμική αλλά εξίσου διεκδικητική τουρκική πολιτική.
– Μπεράτ Αλμπαϊράκ: Ο έμπιστος άνθρωπος της οικογένειας
Εάν ο Φιντάν, εκφράζει το βαθύ κράτος, ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ, εκφράζει την οικογένεια.
Ο γαμπρός του Ερντογάν, υπήρξε για χρόνια, από τα ισχυρότερα πρόσωπα της κυβέρνησης. Ως υπουργός Ενέργειας, αρχικά και αργότερα, ως υπουργός Οικονομικών, συγκέντρωσε τεράστια επιρροή. Η παραίτησή του, όμως, το 2020, μέσω μιας ανάρτησης στο Instagram, αποτέλεσε μία από τις πιο αιφνιδιαστικές εξελίξεις, της τελευταίας δεκαετίας στην τουρκική πολιτική.

Παρότι, έκτοτε, κρατά χαμηλότερο δημόσιο προφίλ, αρκετοί αναλυτές, θεωρούν ότι ουδέποτε, έχασε την επιρροή του μέσα στον κομματικό μηχανισμό.
Μεταξύ των άλλων, διατηρεί ισχυρές σχέσεις, με επιχειρηματικά συμφέροντα, που αναπτύχθηκαν, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του AKP και εξακολουθεί, να θεωρείται, πρόσωπο εμπιστοσύνης της οικογένειας Ερντογάν.
Το βασικό του πρόβλημα, είναι η εικόνα που έχει διαμορφωθεί στην τουρκική κοινωνία. Η περίοδος της θητείας του, στο υπουργείο Οικονομικών, συνδέθηκε με τη ραγδαία υποτίμηση της τουρκικής λίρας, την αύξηση του πληθωρισμού και την έντονη αμφισβήτηση της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης.
Αυτό, καθιστά, εξαιρετικά δύσκολη μια προσπάθεια, να εμφανιστεί ως πρόσωπο, που μπορεί να ενώσει το σύνολο του κυβερνώντος χώρου.
– Μπιλάλ Ερντογάν: Ο κληρονόμος του ονόματος, αλλά, όχι απαραίτητα της εξουσίας
Από όλους τους πιθανούς διαδόχους, ο Νετσμεττίν Μπιλάλ Ερντογάν είναι εκείνος που προκαλεί τις περισσότερες συζητήσεις. Όχι επειδή διαθέτει βαρύ πολιτικό βιογραφικό, αλλά επειδή φέρει το επίθετο του ανθρώπου, που κυριαρχεί στην τουρκική πολιτική, εδώ και περισσότερο από δύο δεκαετίες.
Σε αντίθεση με τον πατέρα του, ο Μπιλάλ, δεν ακολούθησε την παραδοσιακή πολιτική διαδρομή. Δεν υπήρξε δήμαρχος, υπουργός ή βουλευτής, ούτε έχει δοκιμαστεί σε εκλογική αναμέτρηση.

Η δημόσια παρουσία του περιορίζεται, κυρίως στη δραστηριότητά του, σε ιδρύματα και οργανώσεις, που συνδέονται με την εκπαίδευση, τη νεολαία και τη θρησκευτική ζωή της Τουρκίας, ενώ, κατά καιρούς, εκπροσωπεί τον πρόεδρο σε διεθνείς εκδηλώσεις.
Το όνομά του, έχει συνδεθεί και με υποθέσεις διαφθοράς, που συγκλόνισαν την Τουρκία, το 2013. Οι καταγγελίες, εκείνης της περιόδου, δεν οδήγησαν σε δικαστική καταδίκη, όμως εξακολουθούν, να αποτελούν, σημείο πολιτικής αντιπαράθεσης και χρησιμοποιούνται από την αντιπολίτευση, για να αμφισβητήσει την εικόνα της οικογένειας Ερντογάν.
Παρ’ όλα αυτά, το δημοσίευμα του Nordic Monitor. υποστηρίζει ότι ο Μπιλάλ, θεωρείται από πολλούς, μέσα στον στενό οικογενειακό κύκλο, ως ο φυσικός συνεχιστής της πολιτικής κληρονομιάς του πατέρα του.
Έτσι, η παρουσία του, δίπλα στον πρόεδρο, σε αρκετές δημόσιες εμφανίσεις -ιδιαίτερα κατά την προεκλογική περίοδο του 2023- ερμηνεύθηκε, από ορισμένους, ως ένδειξη ότι η οικογένεια, επιθυμεί να τον αναδείξει, σε κεντρικό πολιτικό παράγοντα της επόμενης ημέρας.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η σημερινή Τουρκία, δεν κυβερνάται αποκλειστικά από την οικογένεια Ερντογάν.
Την εξουσία, μοιράζονται πολιτικοί, στρατιωτικοί, στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών, επιχειρηματικοί όμιλοι και ένα εκτεταμένο κομματικό δίκτυο, που λειτουργεί σε όλη τη χώρα. Με λίγα λόγια, η απλή συγγένεια, με τον πρόεδρο, δύσκολα αρκεί, για να εξασφαλίσει την αποδοχή όλων αυτών των μηχανισμών.
– Νουμάν Κουρτουλμούς: Η θεσμική επιλογή
Ο τέταρτος άνθρωπος, που εμφανίζεται συστηματικά, στις συζητήσεις περί διαδοχής, είναι ο Νουμάν Κουρτουλμούς, σημερινός πρόεδρος της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης.
Σε αντίθεση με τον Φιντάν, δεν προέρχεται από τις υπηρεσίες ασφαλείας και σε αντίθεση με τους Αλμπαϊράκ και Μπιλάλ, δεν στηρίζεται στους οικογενειακούς δεσμούς με τον πρόεδρο.

Το βασικό του πλεονέκτημα, είναι διαφορετικό: Θεωρείται ένας πολιτικός, που μπορεί να συνομιλήσει με όλες τις τάσεις του συντηρητικού χώρου. Από ριζοσπάστες ισλαμιστές, μέχρι σκληροπυρηνικούς εθνικιστές.
Με μακρά διαδρομή, στον χώρο του πολιτικού Ισλάμ, έχει διατελέσει αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού και στη συνέχεια, πρόεδρος της τουρκικής Βουλής.
Δεν είναι ιδιαίτερα χαρισματικός, ούτε διαθέτει τη διεθνή προβολή του Φιντάν, ωστόσο, μέσα στο AKP, αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο χαμηλών τόνων, που αποφεύγει τις μετωπικές συγκρούσεις και μπορεί να λειτουργήσει ως λύση συναίνεσης, εάν οι υπόλοιποι διεκδικητές αλληλοεξουδετερωθούν.
Αυτό ακριβώς, τον καθιστά, πιο σημαντικό απ’ όσο δείχνουν οι δημοσκοπήσεις ή η περιορισμένη παρουσία του, στα διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Οι αόρατοι «παίκτες» της διαδοχής
Η διαδοχή του Ερντογάν, όμως, δεν θα κριθεί μόνο από τέσσερα πρόσωπα.
Στην πραγματικότητα, πίσω από κάθε πιθανό υποψήφιο, βρίσκονται διαφορετικά κέντρα επιρροής, που θα επιχειρήσουν να διαμορφώσουν, τη νέα ισορροπία εξουσίας.
Πρώτα απ’ όλα, βρίσκεται η ΜΙΤ, η τουρκική Υπηρεσία Πληροφοριών. Από την εποχή που ανέλαβε τη διοίκησή της ο Χακάν Φιντάν, η ΜΙΤ, απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο, όχι μόνο σε ζητήματα ασφαλείας, αλλά και στη χάραξη εξωτερικής πολιτικής.
Οι επιχειρήσεις της, εκτείνονται από τη Συρία και το Ιράκ, μέχρι τη Λιβύη, τον Καύκασο και την Αφρική, ενώ έχει αναλάβει κρίσιμες αποστολές απαγωγής ή επαναπατρισμού προσώπων, που η Άγκυρα χαρακτηρίζει απειλή, για την εθνική της ασφάλεια.
Εξίσου σημαντικός, είναι και ο ρόλος των Ενόπλων Δυνάμεων. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, το στράτευμα, αναδιοργανώθηκε ριζικά.
Χιλιάδες αξιωματικοί απομακρύνθηκαν, ενώ, νέες γενιές στελεχών, προωθήθηκαν σε θέσεις ευθύνης. Παρότι ο στρατός δεν διαθέτει πλέον την πολιτική αυτονομία, που είχε τις προηγούμενες δεκαετίες, εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα ισχύος, ιδιαίτερα, σε ζητήματα, που αφορούν την εθνική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική.
Καθοριστική, θα είναι και η στάση των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, που αναπτύχθηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης του AKP. Πολλοί από αυτούς, συνδέθηκαν στενά με κρατικά έργα υποδομών, την αμυντική βιομηχανία και την ενεργειακή πολιτική της χώρας. Η επιλογή τους για το ποιον θα στηρίξουν, μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με τις αποφάσεις του ίδιου του κόμματος.
Και φυσικά, υπάρχει και ο κομματικός μηχανισμός του AKP. Πρόκειται, για έναν από τους ισχυρότερους πολιτικούς οργανισμούς, στην Ευρασία, με παρουσία σχεδόν σε κάθε επαρχία της Τουρκίας.
Η συνοχή του, υπήρξε μέχρι σήμερα, αποτέλεσμα της προσωπικής επιρροής του Ερντογάν. Το μεγάλο ερώτημα, είναι, αν θα παραμείνει ενωμένος, όταν ο ιδρυτής και κυρίαρχος ηγέτης του, αποχωρήσει από το προσκήνιο.
Η επόμενη ημέρα: Τι προβλέπει το Σύνταγμα και ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα
Πέρα από τις πολιτικές ισορροπίες και τις παρασκηνιακές διεργασίες, υπάρχει και η θεσμική διάσταση της διαδοχής. Το τουρκικό Σύνταγμα, προβλέπει, ότι, σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή μόνιμης αδυναμίας του προέδρου να ασκήσει τα καθήκοντά του, την προεδρία αναλαμβάνει προσωρινά ο αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, μέχρι τη διεξαγωγή νέων προεδρικών εκλογών.
Στη θεωρία, η διαδικασία μοιάζει ξεκάθαρη, ωστόσο, στην πράξη, η Τουρκία δεν διαθέτει, ένα συνηθισμένο προεδρικό σύστημα.

Το μοντέλο εξουσίας, που οικοδόμησε ο Ερντογάν, στηρίζεται σε προσωπικές σχέσεις, σε ένα πυκνό δίκτυο πολιτικών, οικονομικών και θεσμικών εξαρτήσεων και σε μια κομματική δομή, που λειτουργεί εδώ και χρόνια με κέντρο βάρους τον ίδιο.
Έτσι, η απουσία ενός αδιαμφισβήτητου διαδόχου, σημαίνει, ότι ακόμη και αν η συνταγματική διαδικασία εφαρμοστεί χωρίς προβλήματα, η πραγματική μάχη θα δοθεί αλλού: στους μηχανισμούς, που θα καθορίσουν, το ποιος θα ελέγξει το AKP και, κατ’ επέκταση, το κράτος.
Δεν είναι τυχαίο, ότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα του Nordic Monitor, οι πληροφορίες που διαθέτει, κάνουν λόγο, για έντονη κινητικότητα, ήδη από τώρα, με διαφορετικές ομάδες, να αναζητούν συμμάχους και να προετοιμάζονται για όλα τα ενδεχόμενα.
Η στάση της Δύσης και της Ρωσίας
Μια ενδεχόμενη πολιτική μετάβαση στην Τουρκία, δεν θα αφορά μόνο την Άγκυρα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα παρακολουθήσουν στενά τις εξελίξεις, καθώς η Τουρκία, παραμένει η δεύτερη πιο σημαντική στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ.
Έτσι, μπορεί η Ουάσιγκτον, να έχει συγκρουστεί αρκετές φορές με τον Ερντογάν, για ζητήματα, όπως οι ρωσικοί S-400, οι σχέσεις με τους Κούρδους της Συρίας και οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, ωστόσο, γνωρίζει, ότι η σταθερότητα της Τουρκίας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για ολόκληρη τη Συμμαχία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιμετωπίζει την Τουρκία με διαφορετικό πρίσμα. Το μεταναστευτικό, η ενεργειακή ασφάλεια, οι εμπορικές σχέσεις και η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, καθιστούν την Άγκυρα, αναντικατάστατο συνομιλητή, παρά τις διαφωνίες, γύρω από το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μια περίοδος εσωτερικής αστάθειας, θα προκαλούσε εύλογη ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, έχει οικοδομήσει μια ιδιόμορφη σχέση με τον Ερντογάν. Παρά το γεγονός, ότι οι δύο χώρες, βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα στη Συρία, τη Λιβύη και το Νότιο Καύκασο, οι προσωπικοί δίαυλοι επικοινωνίας, ανάμεσα στον Τούρκο πρόεδρο και τον Βλαντίμιρ Πούτιν, λειτούργησαν πολλές φορές ως βαλβίδα αποσυμπίεσης.
Το Κρεμλίνο, θα επιδιώξει να διατηρήσει αυτή τη σχέση, με όποιον κι αν βρεθεί στην κορυφή της τουρκικής εξουσίας, χωρίς, όμως, να είναι βέβαιοζ ότι ένας διάδοχος, θα διαθέτει το ίδιο πολιτικό βάρος ή την ίδια δυνατότητα ελιγμών.
Τι σημαίνει η «μετά Ερντογάν» εποχή για την Ελλάδα
Στην Αθήνα, κάθε συζήτηση για τη διαδοχή του Ερντογάν, πρέπει να αντιμετωπίζεται με ψυχραιμία και ρεαλισμό.
Υπάρχει η τάση, να ταυτίζεται η σημερινή τουρκική πολιτική, με το πρόσωπο του προέδρου. Πρόκειται, όμως, για μια απλουστευτική ανάγνωση.
Η αναθεωρητική αντίληψη, απέναντι στο Αιγαίο, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, σε νησιά και θαλάσσιες ζώνες, καθώς και η επιμονή, στη λύση δύο κρατών στην Κύπρο, δεν αποτελούν αποκλειστικά προσωπικές επιλογές του Ερντογάν. Έχουν αποκτήσει ευρύτερη αποδοχή, σε τμήματα του πολιτικού συστήματος, των Ενόπλων Δυνάμεων και της κρατικής γραφειοκρατίας.
Αυτό, σημαίνει, ότι η αποχώρηση του σημερινού προέδρου, δεν συνεπάγεται αυτόματα αλλαγή στρατηγικής.
Αντίθετα, αρκετοί αναλυτές, εκτιμούν ότι ένας νέος ηγέτης, ίσως επιδιώξει να εδραιώσει την εξουσία του, μέσα από μια πιο δυναμική εξωτερική πολιτική.
Και αυτό, γιατί, η τουρκική ιστορία, δείχνει ότι σε περιόδους εσωτερικών ανακατατάξεων, ο εθνικισμός, συχνά λειτουργεί ως μέσο πολιτικής συσπείρωσης.
Έτσι, μια ελεγχόμενη ένταση στο Αιγαίο ή μια πιο επιθετική ρητορική, απέναντι στην Ελλάδα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, για να ενισχυθεί το κύρος της νέας ηγεσίας στο εσωτερικό.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αποκλειστεί και το αντίθετο σενάριο. Μια νέα τουρκική ηγεσία, ιδιαίτερα εάν κληθεί να αντιμετωπίσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και κοινωνικές πιέσεις, ίσως επιλέξει μια περίοδο αποκλιμάκωσης στις σχέσεις με τη Δύση και τους γείτονες, προκειμένου να προσελκύσει επενδύσεις και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών.
Το ποια από τις δύο κατευθύνσεις, θα επικρατήσει, θα εξαρτηθεί, από τον συσχετισμό δυνάμεων, μέσα στο ίδιο το τουρκικό σύστημα εξουσίας.
