ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙΓΕΤΑΙ… ΑΛΛΑ ΠΟΙΟΣ ΣΥΝΤΗΡΕΙ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ;

Η σύλληψη στελέχους του Διαχειριστή, οι ενδείξεις για σπινθήρες από αγωγούς μέσης τάσης και μια σειρά υποθέσεων που συνέδεσαν πυρκαγιές με βλάβες του ηλεκτρικού δικτύου επαναφέρουν ένα ερώτημα που η Πολιτεία αποφεύγει συστηματικά: ποιος ελέγχει εκείνους που είναι υπεύθυνοι για τη συντήρηση μιας κρίσιμης εθνικής υποδομής;

Δύο πυροσβέστες έχασαν τη ζωή τους στη μεγάλη πυρκαγιά του Ρεθύμνου και, λίγες ώρες αργότερα, η έρευνα για τα αίτια της καταστροφής στράφηκε και στο ηλεκτρικό δίκτυο, καθώς στελέχη της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού συνέλαβαν τον υπεύθυνο λειτουργίας του δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ στο Ρέθυμνο, ενώ η προανάκριση επικεντρώνεται σε πιθανές παραλείψεις που συνδέονται με τη λειτουργία και τη συντήρησή του.

Σαφέστατα, η σύλληψη δεν αποτελεί καταδίκη και η τελική ποινική ευθύνη θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η Πολιτεία και ο αρμόδιος Διαχειριστής μπορούν να κρυφτούν πίσω από το τεκμήριο της αθωότητας, ώστε να αποφύγουν την πολιτική και θεσμική συζήτηση που έπρεπε να έχει γίνει εδώ και χρόνια: Ευθύνεται η ελλιπής συντήρηση του δικτύου ηλεκτροδότησης για αρκετές πυρκαγιές;

Στο μικροσκόπιο της πρόσφατης φονικής πυρκαγιάς έχουν μπει καλώδια μέσης τάσης, τοποθετημένοι σε δύο ξύλινους στύλους κοντά στην Κρύα Βρύση Ρεθύμνου. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, τα καλώδια ταλαντώνονταν έντονα εξαιτίας των θυελλωδών ανέμων που επικρατούσαν στην περιοχή και εξετάζεται εάν η επαφή ή η επικίνδυνη προσέγγισή τους προκάλεσε σπινθήρες ή ηλεκτρικό τόξο, το οποίο έπεσε στην ξερή βλάστηση και άναψε τη φωτιά.

Ακόμη δεν υπάρχει τελικό πόρισμα και κανείς σοβαρός ερευνητής δεν μπορεί να παρουσιάσει ένα πιθανό σενάριο ως δικαστικά αποδεδειγμένο γεγονός. Υπάρχει, όμως, ένα απολύτως συγκεκριμένο ενδεχόμενο που εξετάζουν οι αρμόδιες αρχές: Η φονική πυρκαγιά ενδέχεται να ξεκίνησε από το δίκτυο, για το οποίο ο ΔΕΔΔΗΕ έχει την αποκλειστική θεσμική ευθύνη λειτουργίας και ασφαλούς συντήρησης.

Η Ελλάδα καίγεται ξανά ενώ η Πολιτεία επαναλαμβάνει τα ίδια

Η 31η Ιουλίου 2026 βρίσκει τη χώρα αντιμέτωπη με πολλαπλά πύρινα μέτωπα, εκκενώσεις οικισμών και ανέμους που, σε αρκετές περιοχές, φτάνουν σε επίπεδα θύελλας. Πυροσβέστες, εθελοντές και κάτοικοι παλεύουν μέσα σε συνθήκες που μπορούν να μετατρέψουν μια μικρή εστία σε ανεξέλεγκτη καταστροφή μέσα σε ελάχιστα λεπτά.

Αυτές τις ημέρες, η Πολιτική Προστασία έχει θέσει μεγάλο μέρος της χώρας σε πολύ υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς, ενώ η ΕΜΥ έχει προειδοποιήσει για ανέμους που στο Αιγαίο μπορούν να φτάσουν ακόμη και τα 9 μποφόρ. Οι προειδοποιήσεις, ασφαλώς, είναι χρήσιμες, αλλά δεν αποτελούν άλλοθι για ένα κράτος που γνωρίζει κάθε χρόνο ότι θα υπάρξουν καύσωνες, θυελλώδεις άνεμοι, ξερή βλάστηση και ακραία επιβάρυνση των υποδομών.

Οι άνεμοι δεν δημιουργούν μόνοι τους την πρώτη σπίθα, αλλά τη μεταφέρουν και τη μετατρέπουν σε πύρινο μέτωπο. Συνεπώς, η επίκληση των «ακραίων καιρικών συνθηκών» δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως η μόνιμη κουρτίνα πίσω από την οποία εξαφανίζονται οι ευθύνες για τη συντήρηση των δικτύων, τον έλεγχο των υποδομών και την πρόληψη.

Στην Ελλάδα φυσάει κάθε καλοκαίρι και οι υψηλές θερμοκρασίες δεν θα έπρεπε να αποτελούν αιφνιδιασμό. Όποιος διαχειρίζεται ένα ηλεκτρικό δίκτυο που περνά μέσα από δάση, οικισμούς και αγροτικές εκτάσεις, οφείλει να έχει προετοιμαστεί για τις πραγματικές συνθήκες της χώρας και όχι για ένα υποθετικά ήρεμο καλοκαίρι χωρίς καύσωνα και με άπνοια.

Η κυβέρνηση ψάχνει εμπρηστές, αλλά αποφεύγει να κοιτάξει τον καθρέφτη

Η κυβέρνηση έχει καθήκον να αναζητά κάθε εμπρηστή, κάθε εγκληματική ενέργεια και κάθε οργανωμένο σχέδιο καταστροφής χλωρίδας, πανίδας ή υποδομών. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την εύκολη ρητορική περί εμπρηστών, σε υποκατάστατο της σοβαρής έρευνας για τις δημόσιες υποδομές και την κατάσταση του ηλεκτρικού δικτύου.

Όταν σε επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές, εμφανίζονται στύλοι, αγωγοί, μονωτήρες, ηλεκτρικά τόξα και σπινθηρισμοί, τότε η εμμονή αποκλειστικά στους εμπρηστές αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με πολιτική υπεκφυγή, παρά με ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του προβλήματος. Γιατί, είναι βολικότερο να αναζητείται ένας άγνωστος με ένα μπιτόνι, παρά να ανοίξουν οι φάκελοι συντήρησης, οι εργολαβίες, οι καθυστερήσεις και οι ευθύνες εκείνων που υπέγραψαν ότι το δίκτυο είναι ασφαλές.

Σε ολόκληρη τη χώρα υπάρχουν καταγγελίες για στύλους που σπινθηρίζουν, καλώδια που ταλαντώνονται, κλαδιά που ακουμπούν σε αγωγούς και παλιό εξοπλισμό που παραμένει σε λειτουργία.

Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί ότι κάθε τέτοιο περιστατικό οφείλεται σε ανεπαρκή συντήρηση. Είναι, όμως, πολιτικά προκλητικό να αντιμετωπίζονται όλες οι σχετικές αναφορές ως μεμονωμένες ατυχίες ή συνωμοσιολογικά αίτια εμπρησμού, ιδιαίτερα όταν παρόμοιες βλάβες έχουν ήδη συνδεθεί με πραγματικές πυρκαγιές.

Μία κολόνα που σπινθηρίζει δίπλα σε κατοικημένη περιοχή μπορεί να γίνει γρήγορα αντιληπτή και η βλάβη να αναφερθεί. Ωστόσο, η ίδια βλάβη μέσα σε ένα δάσος μπορεί να εξελίσσεται χωρίς κανέναν αυτόπτη μάρτυρα, μέχρι η πρώτη σπίθα να γίνει φωτιά και η φωτιά να μετατραπεί σε μέτωπο που κανένας μηχανισμός δεν μπορεί πλέον να ελέγξει.

Οι πυρκαγιές που «έδειξαν» το ηλεκτρικό δίκτυο

Το Ρέθυμνο δεν αποτελεί την πρώτη περίπτωση στην οποία η έρευνα στρέφεται στο ηλεκτρικό δίκτυο. Υπάρχουν υποθέσεις όπου η σύνδεση με βλάβες, φθαρμένο εξοπλισμό ή παραλείψεις συντήρησης δεν έμεινε στο επίπεδο της καταγγελίας, αλλά καταγράφηκε σε δικαστικές αποφάσεις και τεχνικά πορίσματα.

Για παράδειγμα, στη μεγάλη πυρκαγιά του 2015 στις Βοιές Λακωνίας, ο Άρειος Πάγος διατήρησε καταδικαστική απόφαση σε βάρος υπευθύνων, αποδεχόμενος ότι η φωτιά προκλήθηκε από σπινθηρισμούς σε μονωτήρα στύλου, ενώ εξετάστηκαν παραλείψεις σχετικές με τον καθαρισμό, την επιθεώρηση και τη συντήρηση του εξοπλισμού. Η υπόθεση απέδειξε ότι ένας φθαρμένος μονωτήρας δεν αποτελεί μια ασήμαντη τεχνική λεπτομέρεια, αλλά έναν πιθανό μηχανισμό καταστροφής.

Σε αντίστοιχη υπόθεση στα Φιλιατρά, δικαστική απόφαση δέχθηκε ότι παλιό ξύλινο εξάρτημα του δικτύου έσπασε, με αποτέλεσμα ο αγωγός να χαμηλώσει, να έρθει σε επαφή με κλαδιά και να δημιουργηθεί ηλεκτρικό τόξο. Η συγκεκριμένη περίπτωση δείχνει με τον πιο ωμό τρόπο τι σημαίνει η καθυστερημένη ή η μη αντικατάσταση εξοπλισμού: Ένα παλιό εξάρτημα σπάει, ένας αγωγός πέφτει χαμηλότερα και λίγα δευτερόλεπτα αρκούν για να ξεκινήσει μία πυρκαγιά.

Για τη φωτιά στον Βαρνάβα το 2024, πόρισμα πραγματογνωμόνων που εντάχθηκε στη δικογραφία απέδωσε την έναρξή της σε σπασμένο άγκιστρο στύλου, εξαιτίας του οποίου υποχώρησε καλώδιο και δημιουργήθηκε ηλεκτρικό τόξο. Δεν πρόκειται για τελεσίδικη δικαστική καταδίκη, αλλά για ένα τεχνικό εύρημα που δεν επιτρέπει σε κανέναν να ισχυρίζεται ότι η πιθανότητα πρόκλησης πυρκαγιάς από το δίκτυο, αποτελεί υπερβολή ή δημοσιογραφική κατασκευή.

Στην Κερατέα, το 2025, δύο υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ συνελήφθησαν στο πλαίσιο έρευνας για πιθανές παραλείψεις στη συντήρηση του δικτύου. Οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι η σύλληψη δεν αποδεικνύει ενοχή. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι Αρχές στράφηκαν ξανά στη συντήρηση και στη λειτουργία του δικτύου επιβεβαιώνει πως δεν πρόκειται για ένα υποθετικό πρόβλημα που υπάρχει μόνο στη φαντασία των κατοίκων.

Στην Κινέτα, πόρισμα πραγματογνώμονα που είχε οριστεί από την Εισαγγελία απέδωσε την έναρξη της μεγάλης πυρκαγιάς του 2018 σε σπινθήρα από καλώδια πάνω σε στύλο. Για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, που ξέσπασε την ίδια ημέρα από το Νταού Πεντέλης, ο τότε δήμαρχος είχε δηλώσει ότι έφτασε από τους πρώτους στην περιοχή και είδε κομμένο καλώδιο στο έδαφος, εκτιμώντας ότι από εκεί ξεκίνησε η φωτιά.

Σαφώς, η μαρτυρία για το Νταού Πεντέλης αποτελεί προσωπική εκτίμηση και δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως τελεσίδικη απόδειξη για τα αίτια της τραγωδίας. Ωστόσο, όταν συνεκτιμάται μαζί με τις δικαστικά τεκμηριωμένες υποθέσεις, τα τεχνικά πορίσματα και τις επαναλαμβανόμενες έρευνες γύρω από στύλους και ηλεκτρικά τόξα, διαμορφώνεται μια εικόνα που η Πολιτεία επιμένει να αντιμετωπίζει ως σειρά άσχετων μεταξύ τους συμπτώσεων.

Δυστυχώς, το μοτίβο είναι πλέον εξοργιστικά γνώριμο: φθαρμένα εξαρτήματα, παλιοί μονωτήρες, αγωγοί που χαμηλώνουν ή συγκρούονται, κλαδιά που πλησιάζουν τα καλώδια, ηλεκτρικά τόξα, σπινθήρες και ξερή βλάστηση. Όταν όμως το ίδιο τεχνικό σενάριο επανέρχεται σε διαφορετικές περιοχές και διαφορετικές χρονιές, η επίκληση της «κακιάς στιγμής» παύει να αποτελεί εξήγηση και μετατρέπεται σε προσβολή της νοημοσύνης των πολιτών.

Ένα τεράστιο δίκτυο ηλετροδότησης και μία ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη

Ο ΔΕΔΔΗΕ διαχειρίζεται περίπου 236.000 χιλιόμετρα δικτύου διανομής μέσης και χαμηλής τάσης, το οποίο διασχίζει πόλεις, χωριά, βουνά, δασικές εκτάσεις και αγροτικές περιοχές. Η μεγάλη κλίμακα του δικτύου δεν μειώνει την ευθύνη του Διαχειριστή. Aντίθετα, την πολλαπλασιάζει, καθώς κάθε ασυντήρητο ή ελλιπώς ελεγμένο τμήμα του μπορεί να μετατραπεί σε πηγή κινδύνου.

Η τριβή ηλεκτροφόρων καλωδίων με κλαδιά, η ταλάντωση αγωγών, οι φθαρμένοι μονωτήρες και τα παλιά ξύλινα εξαρτήματα αποτελούν γνωστούς τεχνικούς κινδύνους. Γι’ αυτό ακριβώς η κοπή της βλάστησης, η επιθεώρηση των γραμμών και η αντικατάσταση του φθαρμένου εξοπλισμού περιλαμβάνονται στα προγράμματα συντήρησης και δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως έκτακτες παρεμβάσεις που γίνονται μόνο όταν μια περιοχή έχει ήδη καεί.

Ο ΑΔΜΗΕ αποτελεί διαφορετικό Διαχειριστή και είναι υπεύθυνος για το σύστημα μεταφοράς υψηλής και υπερυψηλής τάσης. Το παρόν ρεπορτάζ αφορά αποκλειστικά το δίκτυο διανομής μέσης και χαμηλής τάσης και τον φορέα που έχει τη θεσμική και επιχειρησιακή ευθύνη για τη λειτουργία και τη συντήρησή του, δηλαδή τον ΔΕΔΔΗΕ.

Η καθημερινή έκφραση «κολώνες της ΔΕΗ» έχει παραμείνει στη λαϊκή γλώσσα, αλλά δεν αποτυπώνει τη σημερινή κατανομή αρμοδιοτήτων. Εδώ και χρόνια, η ΔΕΗ δεν έχει την επιχειρησιακή ευθύνη συντήρησης του δικτύου διανομής και καμία τέτοια ευθύνη δεν της αποδίδεται στο παρόν ρεπορτάζ.

Η ευθύνη βρίσκεται στον ΔΕΔΔΗΕ, ο οποίος διαχειρίζεται το δίκτυο, οργανώνει τις επιθεωρήσεις, προγραμματίζει τις αντικαταστάσεις και επιβλέπει, άμεσα ή μέσω εργολάβων, τις εργασίες συντήρησης. Η Πολιτεία, από την πλευρά της, έχει την ευθύνη της εποπτείας, του ελέγχου και της επιβολής των κανόνων και δεν μπορεί να εμφανίζεται ως αμέτοχος παρατηρητής κάθε φορά που οι φλόγες περνούν δίπλα από στύλους και καλώδια.

Τι άλλαξε μετά τη δημιουργία του ΔΕΔΔΗΕ;

Ο ΔΕΔΔΗΕ δημιουργήθηκε το 2012, όταν αφαιρέθηκε από τη ΔΕΗ η δραστηριότητα διαχείρισης του δικτύου διανομής. Αρχικά λειτουργούσε ως 100% θυγατρική της, ενώ αργότερα μεταβιβάστηκε ποσοστό 49% στη Macquarie Asset Management, με τη ΔΕΗ να διατηρεί το υπόλοιπο 51%.

Η καθημερινή λειτουργία, η ανάπτυξη και η συντήρηση του δικτύου ανήκουν θεσμικά στον ΔΕΔΔΗΕ. Συνεπώς, δεν είναι ακριβές ότι η ΔΕΗ εξακολουθεί να συντηρεί τις γραμμές ή ότι ευθύνεται επιχειρησιακά για τις σημερινές αποφάσεις του Διαχειριστή.

Αυτό, όμως, δεν απαντά στο βασικό πολιτικό ερώτημα. Από τη δημιουργία του ξεχωριστού Διαχειριστή και μετά, βελτιώθηκε πράγματι η ασφάλεια του δικτύου ή απλώς δημιουργήθηκε μια πολυεπίπεδη εταιρική δομή, μέσα στην οποία η ευθύνη διαχέεται μέχρι να μην ανήκει τελικά σε κανέναν;

Αντικαταστάθηκαν εγκαίρως οι παλιοί ξύλινοι στύλοι, οι φθαρμένοι μονωτήρες και τα εξαρτήματα που έχουν ξεπεράσει τη διάρκεια ασφαλούς λειτουργίας τους; Καθαρίστηκε συστηματικά η βλάστηση κοντά στις γραμμές και ελέγχθηκαν στην πράξη οι εργολάβοι που αναλαμβάνουν εργασίες συντήρησης ή αρκούσαν αναφορές, υπογραφές και πίνακες συμμόρφωσης;

Το κράτος δεν μπορεί να απαντά σε αυτά τα ερωτήματα με διαφημιστικές ανακοινώσεις περί επενδύσεων και ψηφιακού μετασχηματισμού. Ένα δίκτυο δεν γίνεται ασφαλές επειδή απέκτησε «έξυπνους» μετρητές, όταν παλιοί στύλοι, φθαρμένα εξαρτήματα και γραμμές που διέρχονται μέσα από δάση εξακολουθούν να αποτελούν πιθανές εστίες ανάφλεξης.

Οι αριθμοί που δεν δημοσιοποιούνται

Ουδείς, πλην των αρμοδίων, γνωρίζει πόσα χιλιόμετρα εναέριου δικτύου επιθεωρήθηκαν ουσιαστικά πριν από τη φετινή αντιπυρική περίοδο, ούτε πόσοι στύλοι κρίθηκαν επικίνδυνοι και παρέμειναν σε λειτουργία. Κανείς δεν γνωρίζει επίσης πόσες αναφορές έγιναν για σπινθηρισμούς, χαλαρούς αγωγούς, σπασμένους μονωτήρες ή κλαδιά που πλησίαζαν επικίνδυνα τις γραμμές.

Δεν υπάρχει δημόσιο και ενιαίο μητρώο που να δείχνει πόσες πυρκαγιές διερευνήθηκαν ως πιθανής ηλεκτρικής προέλευσης, σε πόσες επιβεβαιώθηκε η σύνδεση με το δίκτυο και ποιες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια. Η απουσία διαφάνειας εξυπηρετεί κυρίως εκείνους που δεν θέλουν να λογοδοτήσουν, επειδή, χωρίς συγκεντρωτικά στοιχεία, κάθε νέα πυρκαγιά μπορεί να παρουσιάζεται ως ξεχωριστή και άσχετη περίπτωση.

Έτσι επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο το ίδιο χιλιοειπωμένο «παραμύθι». Η κυβέρνηση μιλά για εμπρηστές και πρωτοφανείς ανέμους, ο Διαχειριστής επικαλείται ακραίες συνθήκες, οι κάτοικοι καταγγέλλουν σπινθήρες και φθορές, και η δημόσια συζήτηση σβήνει πριν ακόμη ολοκληρωθούν τα πορίσματα.

Μέχρι να ξεσπάσει η επόμενη πυρκαγιά, κανείς δεν πιέζει πραγματικά για απαντήσεις. Όταν όμως έρθει η επόμενη καταστροφή, οι ίδιες δηλώσεις επαναλαμβάνονται, οι ίδιες υποσχέσεις ακούγονται και οι ίδιες ευθύνες χάνονται μέσα στη στάχτη.

Πρέπει η διαχείριση του δικτύου να επιστρέψει στη ΔΕΗ;

Το ερώτημα για το μέλλον της διαχείρισης του δικτύου δεν είναι πλέον σωστό να απορρίπτεται ως ιδεολογική εμμονή ή ως επιστροφή στο παρελθόν. Όταν ένας μηχανισμός παράγει επανειλημμένα καταγγελίες, τεχνικά πορίσματα, δικαστικές υποθέσεις και σοβαρές αμφιβολίες για τη συντήρηση, η επανεξέταση του μοντέλου λειτουργίας του αποτελεί στοιχειώδη πολιτική υποχρέωση.

Λειτουργεί πράγματι η σημερινή μορφή του ΔΕΔΔΗΕ προς όφελος της δημόσιας ασφάλειας ή έχει δημιουργηθεί ένας φορέας που διαχειρίζεται μια κρίσιμη υποδομή χωρίς την απαιτούμενη διαφάνεια και λογοδοσία; Είναι επαρκής ο κρατικός και ρυθμιστικός έλεγχος ή η Πολιτεία περιορίζεται σε εκ των υστέρων έρευνες, συλλήψεις τοπικών στελεχών και διαβεβαιώσεις ότι όλα τα πρωτόκολλα είχαν τηρηθεί;

Η είσοδος ιδιώτη μετόχου στο 49% βελτίωσε μετρήσιμα τη συντήρηση και την ασφάλεια του δικτύου ή πρόσθεσε έναν ακόμη κρίκο σε μια αλυσίδα όπου οι πολίτες δεν γνωρίζουν ποιος αποφασίζει και ποιος λογοδοτεί; Γιατί δεν δημοσιοποιούνται αναλυτικά στοιχεία για τις επιθεωρήσεις, τις βλάβες, τις αντικαταστάσεις και τις πυρκαγιές ηλεκτρικής προέλευσης πριν και μετά την αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης;

Μήπως η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει σοβαρά εάν η διαχείριση και η συντήρηση του δικτύου πρέπει να επιστρέψουν στη ΔΕΗ, υπό ένα αυστηρό πλαίσιο δημόσιου ελέγχου και λογοδοσίας;

Το ερώτημα αφορά την πολιτική επιλογή που έγινε και το κατά πόσο αυτή δικαιώθηκε στην πράξη. Αν το σημερινό μοντέλο δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι οι στύλοι, οι μονωτήρες και οι αγωγοί επιθεωρούνται και συντηρούνται πριν μετατραπούν σε πηγή πυρκαγιάς, τότε η Πολιτεία οφείλει να εξηγήσει γιατί επιμένει να το διατηρεί ανέγγιχτο.

Στο Ρέθυμνο, δύο πυροσβέστες έχασαν τη ζωή τους και η Δικαιοσύνη θα αποφασίσει εάν υπήρξαν συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις. Η κυβέρνηση, όμως, δεν μπορεί να περιμένει μια δικαστική απόφαση ύστερα από χρόνια για να απαντήσει αν το σύστημα ελέγχου και συντήρησης λειτουργεί ή αν απλώς αφήνει τη χώρα να καίγεται και στη συνέχεια αναζητά έναν βολικό υπεύθυνο χαμηλά στην ιεραρχία.

Το πραγματικό ερώτημα είναι πλέον αμείλικτο: Πόσες ακόμη φωτιές πρέπει να συνδεθούν με στύλους, αγωγούς, φθαρμένα εξαρτήματα και ηλεκτρικά τόξα, προτού η Πολιτεία σταματήσει να παριστάνει τον έκπληκτο θεατή και αναλάβει τις ευθύνες της για τον τρόπο με τον οποίο ελέγχεται και συντηρείται το ηλεκτρικό δίκτυο;

About The Author