ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ – Η ΜΙΤ, ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Χιλιάδες υπότροφοι ως «εθελοντές πρεσβευτές», σχολεία σε 66 χώρες, δισεκατομμύρια σε κρατικούς φορείς και ένα παγκόσμιο δίκτυο που φθάνει μέχρι τη Δυτική Θράκη.

Η Τουρκία δεν επενδύει μόνο σε drones, πολεμικά πλοία, πυραύλους, στρατιωτικές βάσεις και εξοπλιστικά προγράμματα. Επενδύει συστηματικά και στο λεγόμενο soft power: στην εκπαίδευση, τις διεθνείς υποτροφίες, τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τις κοινότητες της διασποράς.

Σύμφωνα με σχετικά ρεπορτάζ του Nordic Monitor, αλλά και με δεδομένα από ανοικτές πηγές, πίσω από τη βιτρίνα της εκπαιδευτικής συνεργασίας, η Άγκυρα έχει οικοδομήσει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο κρατικών και κρατικά χρηματοδοτούμενων οργανισμών, οι οποίοι καλλιεργούν σχέσεις με εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές, φοιτητές, αποφοίτους, πανεπιστημιακούς, επιχειρηματίες και στελέχη οργανώσεων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Για παράδειγμα, η YTB, διαχειρίζεται τις διεθνείς υποτροφίες και τις σχέσεις με τη διασπορά, το Ίδρυμα Maarif, λειτουργεί σχολεία και εκπαιδευτικές δομές στο εξωτερικό, η TIKA, χρηματοδοτεί αναπτυξιακά και ανθρωπιστικά έργα, το Ινστιτούτο Yunus Emre, προωθεί την τουρκική γλώσσα και τον πολιτισμό, η Diyanet, επεκτείνει τη θρησκευτική παρουσία της Τουρκίας, ενώ η Διεύθυνση Επικοινωνίας της Προεδρίας, διαμορφώνει και εξάγει το πολιτικό αφήγημα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Πίσω από όλα αυτά δεν έχει, μέχρι στιγμής, διαπιστωθεί —με έγγραφα ή άλλο δημοσιευμένο αποδεικτικό υλικό— η ύπαρξη ενός ενιαίου, μυστικού επιχειρησιακού κέντρου, όπως οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες. Προκύπτει, όμως, αποδεδειγμένα, ένα διασυνδεδεμένο κρατικό οικοσύστημα, το οποίο εξαπλώνει την τουρκική παρουσία από τα Βαλκάνια και την ευρωπαϊκή διασπορά έως την Αφρική, την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή.

Δισεκατομμύρια για την τουρκική επιρροή

Η έκταση του σχεδιασμού, αποτυπώνεται στα κονδύλια. Για το 2026, ο προϋπολογισμός της YTB ανέρχεται σε 3,229 δισ. τουρκικές λίρες, της TIKA σε 3,8 δισ. και της Διεύθυνσης Επικοινωνίας σε περίπου 7,56 δισ. λίρες, ενώ η πανίσχυρη Diyanet διαθέτει προϋπολογισμό 174,389 δισ. λιρών, αν και το μεγαλύτερο τμήμα του αφορά θρησκευτικές υπηρεσίες στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Το Ίδρυμα Maarif —που ασχολείται με σχολεία και εκπαιδευτικές δομές στο εξωτερικό— έλαβε 6,7 δισ. λίρες το 2025. Αρχικά, η κρατική του χρηματοδότηση, είχε ξεκινήσει από 90 εκατ. λίρες, το 2016, για να φθάσει στο ανώτατο όριο των 6,77 δισ. το 2025, ενώ συνολικά περισσότερα από 27,7 δισ. λίρες φέρεται να διοχετεύθηκαν στο ίδρυμα, μέσα σε οκτώ χρόνια.

Δεν θα ήταν ενημερωτικά ακριβές, να χαρακτηριστεί το σύνολο των ποσών αυτών, ως «προϋπολογισμός προπαγάνδας», καθώς σημαντικό μέρος των κονδυλίων, καλύπτει εκπαιδευτικές, κοινωνικές ή θρησκευτικές υπηρεσίες. Ωστόσο, χρηματοδοτείται παράλληλα ένα τεράστιο πλέγμα υποδομών, προσωπικού και διεθνών σχέσεων, το οποίο η τουρκική κυβέρνηση μπορεί να αξιοποιεί για την προώθηση των στρατηγικών της συμφερόντων.

Από τους φοιτητές στους «εθελοντές πρεσβευτές»

Η Τουρκία, φιλοξενεί ήδη περίπου 360.000 διεθνείς φοιτητές και έχει θέσει στόχο να φθάσει το ένα εκατομμύριο έως το 2030. Η ναυαρχίδα αυτής της πολιτικής είναι το κρατικό πρόγραμμα Türkiye Scholarships, το οποίο διαχειρίζεται η YTB. Το 2025, το πρόγραμμα δέχθηκε 125.668 αιτήσεις από 171 χώρες, ενώ το 2026, οι αιτήσεις πλησίασαν τις 200.000. Παράλληλα, περίπου 5.000 νέες υποτροφίες χορηγούνται ετησίως και γύρω στους 15.000 υποτρόφους, συμμετέχουν ενεργά στο πρόγραμμα.

Η Τουρκία, δεν καλύπτει μόνο τα δίδακτρα. Προσφέρει, ταυτόχρονα, πανεπιστημιακή τοποθέτηση, μηνιαία οικονομική ενίσχυση, στέγαση, ασφάλιση, αεροπορικά εισιτήρια και μαθήματα τουρκικής γλώσσας, ενώ ο φοιτητής, εντάσσεται για χρόνια σε ένα πλήρες τουρκικό θεσμικό, πολιτιστικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Μετά την αποφοίτηση, η σχέση του με την Άγκυρα δεν τελειώνει. Η Τουρκία, δηλώνει ότι διαθέτει δίκτυο άνω των 150.000 διεθνών αποφοίτων, με τουλάχιστον 35 επίσημες ενώσεις σε 31 χώρες. Μέσω αυτού του δικτύου, διοργανώνονται φόρουμ, επιχειρηματικές συναντήσεις, βραβεύσεις και εκδηλώσεις δικτύωσης.

Η ίδια η YTB, αποκαλεί τους αποφοίτους «εθελοντές πρεσβευτές», ενώ ορισμένοι από αυτούς έχουν φθάσει σε κυβερνητικές και άλλες θέσεις εξουσίας, στις χώρες τους. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει κάποια δημόσια βάση δεδομένων που να αποκαλύπτει πόσοι έγιναν υπουργοί, πρέσβεις, βουλευτές, ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι, δημοσιογράφοι ή επιχειρηματίες.

Το γεγονός αυτό, δημιουργεί ένα κρίσιμο κενό πληροφόρησης: πόσοι άνθρωποι, που εκπαιδεύτηκαν με τουρκική κρατική χρηματοδότηση, έχουν πλέον πρόσβαση σε κυβερνήσεις, κόμματα, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης και κρίσιμες υποδομές άλλων χωρών; Πόσοι, δηλαδή, λειτουργούν ως… πράκτορες της Άγκυρας, ηθελημένα ή άθελά τους;

Όταν η εκπαίδευση μετατρέπεται σε μαζική στρατολόγηση

Τα προγράμματα αυτά, δεν περιορίζονται μόνο σε πανεπιστημιακά μαθήματα ή στην εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας. Φοιτητές του εξωτερικού, συμμετέχουν σε συνέδρια, τελετές, επισκέψεις σε μουσεία, ακόμη και σε εκπαιδευτικά σεμινάρια, για την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016. Στις τελευταίες αυτές δράσεις παρουσιάζεται η επίσημη κυβερνητική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία, το πραξικόπημα οργανώθηκε από το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.

Άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι μαθητές των σχολείων Maarif, από όλο τον κόσμο, συμμετείχαν σε θρησκευτικές τελετές με απαγγελίες του Κορανίου, ενώ περισσότεροι από 100 ξένοι φοιτητές προσκλήθηκαν σε συνέδριο για τα γεγονότα του 2016.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική, είναι η πρόταση που δημοσιεύθηκε σε περιοδικό της Διεύθυνσης Επικοινωνίας της τουρκικής Προεδρίας. Σύμφωνα με αυτήν, οι Τούρκοι υπότροφοι που φοιτούν στο εξωτερικό δεν θα πρέπει να θεωρούνται απλοί φοιτητές, αλλά ως … «πολίτες-διπλωμάτες». Επιπλέον, προτάθηκε η εκπαίδευσή τους, να αφορά την πολιτιστική διπλωματία, τα κοινωνικά δίκτυα, θέματα διασποράς και ζητήματα προστασίας κρατικών πληροφοριών, ακόμη και μέσω συνεργασίας με τη MIT.

Εκατοντάδες σχολεία σε 66 χώρες

Το Ίδρυμα Maarif, θεωρείται η αιχμή της τουρκικής επιρροής μέσω της εκπαίδευσης. Το 2026, είχε παρουσία σε 66 χώρες, με 524 σχολεία, δύο πανεπιστήμια, 16 εκπαιδευτικά κέντρα, 57 φοιτητικές εστίες και 12 Κέντρα Τουρκικών Σπουδών, ενώ περισσότεροι από 75.000 μαθητές φοιτούν στις δομές του.

Η παρουσία του, ωστόσο, δεν περιορίζεται στον μουσουλμανικό κόσμο. Το δίκτυο, περιλαμβάνει τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία και την Κολομβία, παράλληλα με δεκάδες χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, περισσότεροι από 3.000 απόφοιτοι σχολείων Maarif συνεχίζουν τις σπουδές τους σε 143 τουρκικά πανεπιστήμια, σε 68 πόλεις, με το ίδιο το ίδρυμα, να τους χαρακτηρίζει «πολιτιστικούς πρεσβευτές».

Η αλυσίδα είναι σαφής:

Το πραξικόπημα του 2016 και η αρπαγή του εκπαιδευτικού δικτύου Γκιουλέν

Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, το Maarif, ανέλαβε έναν πολύ πιο επιθετικό ρόλο: να αντικαταστήσει το διεθνές εκπαιδευτικό δίκτυο, που συνδεόταν με το κίνημα Γκιουλέν.

Σύμφωνα με την οργάνωση Solidarity with Others, τουλάχιστον 162 εκπαιδευτικά ιδρύματα σε 29 χώρες έκλεισαν, κατασχέθηκαν ή μεταβιβάστηκαν, ενώ 131 πέρασαν στον άμεσο έλεγχο του Maarif. Παράλληλα, περίπου 7.800 εκπαιδευτικοί, διευθυντές και διοικητικοί υπάλληλοι επηρεάστηκαν.

Για παράδειγμα, στο Μάλι, 18 σχολεία παραδόθηκαν στο ίδρυμα ύστερα από την ανάκληση των αδειών λειτουργίας τους. Στον Νίγηρα, τέσσερα σχολεία μεταβιβάστηκαν παρά αντίθετη δικαστική κρίση. Στο Αφγανιστάν, καταγράφηκαν έφοδοι, συλλήψεις και περιστατικά βίας σε βάρος γονέων και μαθητών που διαμαρτύρονταν. Στη Βενεζουέλα, δύο σχολεία παραδόθηκαν ύστερα από επαφές μεταξύ του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Νικολάς Μαδούρο, ενώ στη Ζάμπια και τη Λιβερία, αναφέρθηκαν απαλλοτριώσεις, κατασχέσεις διαβατηρίων και απελάσεις. Τελικά, η «μαλακή ισχύς» της Τουρκίας δεν είναι πάντοτε τόσο… μαλακή.

Η MIT και το σενάριο μαζικής οργανωμένης στρατολόγησης

Η εμπλοκή της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών, σε επιχειρήσεις σύλληψης και μεταφοράς μελών του κινήματος Γκιουλέν, είναι τεκμηριωμένη. Συγκεκριμένα, η Άγκυρα, είχε ανακοινώσει την επιστροφή 116 προσώπων από 27 χώρες, ενώ πολλοί από τους στόχους ήταν εκπαιδευτικοί ή διοικητικά στελέχη σχολείων.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής, δεν έχει αποδειχθεί με στοιχεία ότι το Maarif αποτελεί παρακλάδι της MIT, ούτε ότι όλοι οι υπότροφοι του, χρησιμοποιούνται ως πράκτορες. Φυσικά, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών, να αξιοποιεί επιλεκτικά αυτό το τεράστιο δίκτυο μαθητών, αποφοίτων, εκπαιδευτικών και πανεπιστημιακών, ως δεξαμενή εντοπισμού και στρατολόγησης κατάλληλων προσώπων.

Και αυτό, διότι ένα δίκτυο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, προσφέρει ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που αναζητεί μια οργανωμένη κρατική υπηρεσία πληροφοριών: γλωσσικές δεξιότητες, προσωπικούς δεσμούς με την Τουρκία, πρόσβαση σε διαφορετικές κοινωνίες και δυνατότητα μετακίνησης χωρίς να προκαλούνται εύκολα υποψίες. Το ίδιο, δηλαδή, που συναντά κανείς, από ψαράδες και δημοσιογράφους, μέχρι μέλη εγκληματικών οργανώσεων, που έχουν άριστες σχέσεις με την τουρκική Υπηρεσία Πληροφοριών ή σαποτελούν μέλη της.

Σε ένα δυσμενές σενάριο, πρώην υπότροφοι ή πρόσωπα που διατηρούν δεσμούς με τουρκικούς κρατικούς φορείς, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη συλλογή πληροφοριών, την προσέγγιση πολιτικών και επιχειρηματιών, τη δημιουργία διαύλων επικοινωνίας με κρατικούς υπαλλήλους ή τον εντοπισμό προσώπων, που υπηρετούν σε ευαίσθητες θέσεις.

Φυσικά, η πιθανή στρατολόγηση, δεν χρειάζεται να αφορά τον στερεοτυπικό κατάσκοπο που αφαιρεί απόρρητα έγγραφα. Ένας «πράκτορας επιρροής», μπορεί να διευκολύνει καταστάσεις, να μεταφέρει πληροφορίες, να προωθεί συγκεκριμένες θέσεις, να διαμορφώνει δημόσιες αντιλήψεις ή να υποδεικνύει πρόσωπα που μπορούν να προσεγγιστούν.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν δημόσιες αποδείξεις για συστηματική στρατολόγηση, μέσω των συγκεκριμένων προγραμμάτων, δεν σημαίνει ότι το ενδεχόμενο πρέπει να αποκλειστεί. Στον χώρο των πληροφοριών, τα ανθρώπινα δίκτυα, δημιουργούνται σε βάθος χρόνου και ενεργοποιούνται, όταν παρουσιαστεί η ανάγκη.

Τουρκική Υπηρεσία Πληροφοριών MIT

Το ελληνικό ενδιαφέρον

Επιχειρηματική και πολιτική διείσδυση

Ο σοβαρότερος κίνδυνος για την Ελλάδα, ενδέχεται να μην είναι ένας ηλικιωμένος Ευρωπαίος τουρίστας, που επιχειρεί να φωτογραφίσει στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Μπορεί κάλλιστα να είναι ένας νόμιμα εγκατεστημένος επιχειρηματίας, σύμβουλος, ακαδημαϊκός, δημοσιογράφος ή στέλεχος οργανισμού, ο οποίος διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Μέσω των τουρκικών ιδρυμάτων ή και χωρίς τη διαμεσολάβησή τους, πρώην φοιτητές και απόφοιτοι, μπορούν να συμμετέχουν σε επιχειρηματικά φόρουμ, εμπορικά επιμελητήρια, πανεπιστημιακές συνεργασίες, ΜΚΟ, μέσα ενημέρωσης και πολιτικά δίκτυα. Μέσα από αυτές τις απολύτως νόμιμες δραστηριότητες, θα μπορούσαν να προσεγγίζουν βουλευτές, δημάρχους, συμβούλους υπουργών, στελέχη κομμάτων ή επιχειρηματίες.

Μια τέτοια επιρροή, θα μπορούσε -και μπορεί- να αξιοποιηθεί, για την καλλιέργεια ευνοϊκότερων θέσεων απέναντι στην Άγκυρα, την προώθηση τουρκικών επενδύσεων και εταιρειών, την πρόσβαση σε υπουργεία, τη διαμόρφωση αφηγημάτων στα μέσα ενημέρωσης ή την αποδυνάμωση των ελληνικών αντιδράσεων απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις. Μάλιστα, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, τέτοιου είδους επιρροή ενδέχεται να εκτείνεται ακόμη και σε ανώτατα κυβερνητικά κλιμάκια.

Θα μπορούσε να υπάρξει διείσδυση στις Ένοπλες Δυνάμεις;

Δημόσια, δεν υπάρχει κάποιο διαθέσιμο στοιχείο, που να αποδεικνύει οργανωμένη διείσδυση αποφοίτων τουρκικών προγραμμάτων στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Ωστόσο, σε επίπεδο εκτίμησης απειλής, το ενδεχόμενο προσέγγισης προσώπων με πρόσβαση σε στρατιωτικές πληροφορίες, δεν μπορεί να αγνοείται.

Ο πιθανός στόχος, δεν θα ήταν μόνο ένας εν ενεργεία αξιωματικός. Θα μπορούσε να είναι πολιτικό προσωπικό, εργολάβος, μηχανικός, ερευνητής, προμηθευτής, μεταφραστής ή στέλεχος εταιρείας, που συμμετέχει σε εξοπλιστικά προγράμματα, συστήματα επικοινωνιών ή τεχνολογίες διττής χρήσης.

Ένα τόσο οργανωμένο δίκτυο, θα μπορούσε να επιχειρήσει να εντοπίσει ευάλωτα πρόσωπα και να εκμεταλλευθεί οικονομικές ανάγκες, προσωπικές σχέσεις, ιδεολογική ταύτιση ή συγκρούσεις συμφερόντων. Η πιθανότητα αυτή, δεν αποτελεί απόδειξη, ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει ήδη. Ωστόσο, πρόκειται για ένα υπαρκτό σενάριο εθνικής ασφαλείας, το οποίο οι ελληνικές υπηρεσίες δεν μπορούν να αγνοούν.

Έβρος και νησιά: οι περιοχές υψηλού κινδύνου

Επαναλαμβάνουμε, ότι δεν έχει τεκμηριωθεί, η επίσημη παρουσία σχολείων Maarif ή οργανωμένων δικτύων της YTB, στα νησιά του Αιγαίου ή στον Έβρο, πέρα από ορισμένες περιορισμένες δράσεις. Ωστόσο, οι περιοχές αυτές, έχουν ιδιαίτερη επιχειρησιακή σημασία.

Στον Έβρο και στα νησιά, βρίσκονται στρατιωτικές μονάδες, λιμένες, αεροδρόμια, ενεργειακές και τηλεπικοινωνιακές υποδομές, μεταναστευτικές διαδρομές και εγκαταστάσεις που είναι πολύ κρίσιμες για την άμυνα της χώρας.

Ένα πρόσωπο, δεν χρειάζεται να αποκτήσει πρόσβαση σε διαβαθμισμένα έγγραφα, για να προκαλέσει ζημία. Κάλλιστα, μπορεί να παρακολουθεί, κινήσεις προσωπικού, έργα υποδομής, δημόσιους διαγωνισμούς, τοπικές συμβάσεις, στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή κοινωνικές εντάσεις και να μεταφέρει συστηματικά τις πληροφορίες αυτές.

Μεμονωμένα, τέτοιες πληροφορίες, μπορεί να φαίνονται αθώες. Όταν όμως συλλέγονται, διασταυρώνονται και αναλύονται, μπορούν να αποκτήσουν σημαντική επιχειρησιακή αξία.

Η Δυτική Θράκη και η ελληνική αδράνεια

Μπορεί στην Ελλάδα, να μην έχει εντοπιστεί -ακόμη, επισήμως- κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή πολιτιστικό κέντρο από τα προαναφερθέντα. Ωστόσο, η πιο εμφανής τουρκική δραστηριότητα, καταγράφεται στη Δυτική Θράκη.

Συγκεκριμένα, η YTB, έχει υποδεχθεί νέους από την Κομοτηνή και έχει αναφερθεί στη «βαθιά» ιστορική και συναισθηματική σημασία της περιοχής για την Τουρκία, ενώ τον Ιανουάριο του 2026, παρενέβη δημόσια στο ζήτημα του μουφτή στο Διδυμότειχο, υιοθετώντας τις θέσεις φορέων, που κάνουν λόγο για «τουρκική μειονότητα».

Αντίστοιχα, η TIKA, έχει συμπεριλάβει συμμετέχοντες από τη Δυτική Θράκη, σε προγράμματα των αποκαλούμενων «συγγενικών κοινοτήτων» των Βαλκανίων. Αυτό δεν συνεπάγεται, αυτομάτως, ότι κάθε πολιτιστική εκδήλωση, υποτροφία ή ταξίδι, αποτελεί επιχείρηση κατασκοπείας. Σημαίνει, όμως, ότι η Τουρκία εντάσσει συστηματικά, εδώ και χρόνια, μέρος της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, στο δικό της θεσμικό, πολιτικό και πολιτιστικό δίκτυο.

Η ελληνική κυβέρνηση, οι αρμόδιες Αρχές και οι μυστικές υπηρεσίες, οφείλουν να γνωρίζουν, ποιος χρηματοδοτεί ποιον, ποιοι φορείς διατηρούν δεσμούς με την τουρκική κυβέρνηση, πού καταλήγουν οι υπότροφοι και πότε η πολιτιστική διπλωματία μετατρέπεται σε πολιτική πίεση, στρατολόγηση ή συγκαλυμμένη παρέμβαση.

Γιατί η Άγκυρα, σχεδιάζει σε βάθος δεκαετιών, δημιουργώντας ανθρώπινες σχέσεις, πριν χρειαστεί να τις αξιοποιήσει, χρηματοδοτώντας δίκτυα, πριν εμφανιστεί η κρίση και καλλιεργώντας πρόσβαση σε πρόσωπα, φορείς και κρατικές δομές προτού χρειαστεί να ασκήσει πίεση.

Η Ελλάδα, δεν έχει την πολυτέλεια της άγνοιας και της αφέλειας. Χρειάζεται χαρτογράφηση των ξένων οργανώσεων και των χρηματοδοτήσεών τους, διαφάνεια στις ΜΚΟ και τους εκπαιδευτικούς φορείς, έλεγχο των συγκρούσεων συμφερόντων και ενισχυμένη αντικατασκοπεία στις ακριτικές περιοχές, τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις κρίσιμες υποδομές.

Διότι, η εθνική ασφάλεια, δεν απειλείται μόνο από όσα εμφανίζονται στις εφημερίδες ή συζητούνται στα υπουργικά γραφεία. Απειλείται και από τα δίκτυα, που αναπτύσσονται αθόρυβα, μέσα στην πολιτική, την οικονομία, την ενημέρωση, την εκπαίδευση και την κοινωνία.

About The Author