Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα, στην πρώτη γραμμή της πολιτικής, δεν αναδιατάσσει μόνο τον χώρο της Κεντροαριστεράς. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, αλλάζει άρδην το πολιτικό σκηνικό – φυσικά με το απαραίτητο «πουσάρισμα», από media και δημοσκοπικές εταιρείες, που, μέχρι από λίγα χρόνια, στήριζαν τον Μητσοτάκη. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις, που εμφανίζουν το νέο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού, στη δεύτερη θέση, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία, επαναφέρουν ένα γνώριμο σκηνικό: τη σύγκρουση ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα. Μια… «σύγκρουση», που μας πάει, περίπου, μια δεκαετία πίσω.
Και κάπως έτσι, η δημόσια συζήτηση, μετατοπίζεται από το ερώτημα, «ποιος θα ηγηθεί της αντιπολίτευσης», στο «εάν η χώρα, οδηγείται ξανά, σε μια αναμέτρηση με δύο βασικούς πόλους εξουσίας». Με λίγα λόγια, πρόκειται για μια εξέλιξη, που δεν επηρεάζει μόνο τους πολιτικούς συσχετισμούς, αλλά και τον τρόπο, με τον οποίο, θα διεξαχθεί η προεκλογική αντιπαράθεση, μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές. Γιατί όσο περισσότερο, κυριαρχεί το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», τόσο περισσότερο μεταβάλλονται οι στρατηγικές όλων των κομμάτων.
Το Μαξίμου βρήκε ξανά έναν «βολικό» αντίπαλο
Ύστερα από επτά χρόνια στην κυβέρνηση, η Νέα Δημοκρατία, βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φυσιολογική φθορά της εξουσίας. Η ακρίβεια, εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα, για τα περισσότερα νοικοκυριά, η στεγαστική κρίση επηρεάζει ιδιαίτερα τους νέους, ο πρωτογενής τομέας παραγωγής, έχει σχεδόν εξοντωθεί, ενώ το έγκλημα των Τεμπών, εξακολουθεί να προκαλεί έντονη πολιτική αντιπαράθεση, γύρω από τη λειτουργία του κράτους και την απόδοση ευθυνών. Όλα, με την «υπογραφή» του Κυριάκου Μητσοτάκη. Παράλληλα, οι υποθέσεις των υποκλοπών, η δημόσια συζήτηση για το κράτος δικαίου, οι επικρίσεις, περί υπερσυγκέντρωσης εξουσίας στο Μέγαρο Μαξίμου και οι καταγγελίες της αντιπολίτευσης, για ανεπαρκή αντιμετώπιση ολιγοπωλιακών πρακτικών στην αγορά, συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης πίεσης για την κυβέρνηση.
Η επανεμφάνιση, ωστόσο, του Αλέξη Τσίπρα, δημιουργεί μια διαφορετική πολιτική συνθήκη. Η κυβέρνηση, αποκτά απέναντί της, έναν αντίπαλο, με απολύτως συγκεκριμένο κυβερνητικό παρελθόν. Δοκιμασμένο στις κρίσεις. Και με τον ελληνικό λαό, να τον έχει στείλει, στο σπίτι του. Αυτό, επιτρέπει στο κυβερνητικό επιτελείο, να μεταφέρει τη συζήτηση, από τη σύγκριση με τις δικές του επιδόσεις, στη σύγκριση δύο διαφορετικών περιόδων διακυβέρνησης.
Δεν είναι τυχαίο, ότι ήδη επανέρχονται, στη δημόσια συζήτηση, οι αναφορές στο δημοψήφισμα του 2015, στα capital controls, στην υψηλή φορολογική επιβάρυνση, στις αυξήσεις του ΦΠΑ, αλλά και στη Συμφωνία των Πρεσπών. Η κυβερνητική επιχειρηματολογία, επιχειρεί να υπενθυμίσει, ότι, παρά τη σημερινή δυσαρέσκεια, υπάρχει μια περίοδος διακυβέρνησης, που εξακολουθεί να προκαλεί ισχυρές πολιτικές αντιδράσεις.
Ο Τσίπρας, που επιδιώκει να επανέλθει, ως η μοναδική κυβερνητική εναλλακτική
Από την άλλη πλευρά, και ο Αλέξης Τσίπρας, φαίνεται να ωφελείται, από αυτή τη μετατόπιση της πολιτικής ατζέντας. Αντί να περιορίζεται, σε μια αντιπαράθεση με το ΠΑΣΟΚ, για την πρωτοκαθεδρία στον χώρο της Κεντροαριστεράς, αποκτά τη δυνατότητα, να εμφανιστεί ως ο βασικός αντίπαλος της κυβέρνησης.
Οι πρώτες δημοσκοπήσεις, που καταγράφουν το νέο του κόμμα, στη δεύτερη θέση, ενισχύουν αυτή την εικόνα. Παράλληλα, η πολιτική του στρατηγική, εστιάζει στα ζητήματα, που προκαλούν τη μεγαλύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια: την ακρίβεια, τις ανισότητες, την στεγαστική κρίση, την ανεργία, τη λειτουργία των θεσμών και τη φθορά μιας κυβέρνησης, που βρίσκεται για μεγάλο χρονικό διάστημα στην εξουσία.
Ωστόσο, η επιστροφή, του δεν συνοδεύεται μόνο από προσδοκίες. Συνοδεύεται και από ένα βαρύ πολιτικό παρελθόν. Οι αντίπαλοί του, συνεχίζουν να αναφέρονται, στην περίοδο των capital controls, στη φορολογική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, στις επιλογές του 2015, στη Συμφωνία των Πρεσπών και στη μεταναστευτική πολιτική, εκείνης της περιόδου. Παράλληλα, αρκετοί αναλυτές, επισημαίνουν ότι η προσπάθεια ενός νέου πολιτικού ξεκινήματος, θα κριθεί και από το κατά πόσο θα συνοδευτεί, από ουσιαστική αυτοκριτική, για τις επιλογές της προηγούμενης διακυβέρνησης.
Οι αδυναμίες του ενός, γίνονται το βασικό επιχείρημα του άλλου
Αυτό, που παρουσιάζει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον, είναι ότι οι δύο βασικοί αντίπαλοι, φαίνεται να αξιοποιούν σχεδόν συμμετρικά τις αδυναμίες ο ένας του άλλου. Η Νέα Δημοκρατία, επενδύει στην υπενθύμιση των λαθών που, σύμφωνα με την ίδια, σημάδεψαν τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ενώ, ο Αλέξης Τσίπρας, επενδύει στα ζητήματα, που έχουν προκαλέσει, τη μεγαλύτερη φθορά στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική αντιπαράθεση, μετατρέπεται σε μια διαρκή σύγκριση δύο κυβερνητικών περιόδων. Το ενδιαφέρον, είναι, ότι αυτή η στρατηγική, λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός συσπείρωσης. Οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας, καλούνται να θυμηθούν, γιατί δεν θα ήθελαν την επιστροφή του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Οι ψηφοφόροι του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, καλούνται να αξιολογήσουν, την κυβερνητική φθορά και να στηρίξουν μια διαφορετική κυβερνητική επιλογή.
Το ΠΑΣΟΚ και τα μικρότερα κόμματα, αντιμέτωπα με τη νέα πραγματικότητα
Η επαναφορά ενός ισχυρού διπολικού σκηνικού, επηρεάζει αναπόφευκτα και τα υπόλοιπα κόμματα. Το ΠΑΣΟΚ, που επιδίωκε να εδραιωθεί, ως ο βασικός αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας, βρίσκεται αντιμέτωπο, με τον κίνδυνο να περιοριστεί εκ νέου, σε ρόλο τρίτου πόλου.
Αντίστοιχα, τα μικρότερα κόμματα, δυσκολεύονται να επιβάλουν τη δική τους πολιτική ατζέντα, καθώς η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται ολοένα και περισσότερο στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, ζητήματα όπως η παραγωγική ανασυγκρότηση, το δημογραφικό, η περιφερειακή ανάπτυξη, η αγροτική οικονομία ή η μακροπρόθεσμη στρατηγική της χώρας, συχνά υποχωρούν, μπροστά στην ένταση της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η πόλωση, ως ο πιθανός καθοριστικός παράγοντας, των επόμενων εκλογών
Είναι ακόμη νωρίς, για ασφαλή συμπεράσματα, σχετικά με τη μονιμότητα αυτής της νέας πολιτικής δυναμικής. Οι δημοσκοπήσεις, αποτυπώνουν στιγμές και όχι τελικά εκλογικά αποτελέσματα. Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής δεδομένα, δείχνουν ότι, η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα, επαναφέρει στο πολιτικό προσκήνιο ένα μοντέλο αντιπαράθεσης που κυριάρχησε την προηγούμενη δεκαετία.
Το αν αυτή η εξέλιξη, θα οδηγήσει, σε ουσιαστική σύγκρουση προγραμμάτων ή αν η προεκλογική περίοδος, θα κυριαρχηθεί κυρίως από την αμοιβαία ανάδειξη των αδυναμιών του αντιπάλου, θα αποτελέσει ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά, της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική συζήτηση, φαίνεται ήδη να μετατοπίζεται, από την αναζήτηση νέων ισορροπιών, στην αναβίωση ενός διπολικού σκηνικού, στο οποίο η πόλωση, λειτουργεί ως παράγοντας συσπείρωσης και για τις δύο πλευρές, με εμφανείς επιπτώσεις, τόσο στον υπόλοιπο πολιτικό χάρτη, όσο και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η δημόσια ατζέντα.
