Εβδομήντα ένα χρόνια πέρασαν από τη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου 1955, όταν η Ρωμιοσύνη της Κωνσταντινούπολης βρέθηκε στο στόχαστρο ενός οργανωμένου ανθελληνικού πογκρόμ. Σπίτια και καταστήματα λεηλατήθηκαν από τους Τούρκους βαρβάρους, εκκλησίες και νεκροταφεία βεβηλώθηκαν, άνθρωποι δολοφονήθηκαν, τραυματίστηκαν και κακοποιήθηκαν. Δεν χτυπήθηκε απλώς μια μειονότητα, αλλά η ελληνική παρουσία αιώνων στην Πόλη.
Η Κωνσταντινούπολη εκείνη τη νύχτα μετατράπηκε σε σκηνικό οργανωμένης βίας και καταστροφής. Ομάδες παρακρατικών, που είχαν καταφθάσει στην Πόλη με πούλμαν από διάφορες γειτονικές πόλεις ήδη από τις προηγούμενες ημέρες, επιτέθηκαν σε ελληνικές συνοικίες, επιχειρήσεις και κατοικίες, έσπασαν βιτρίνες, παραβίασαν σπίτια και λεηλάτησαν περιουσίες.
Οι επιθέσεις επεκτάθηκαν σε σχολεία, κοινοτικά ιδρύματα, εκκλησίες και νεκροταφεία, με βασικό στόχο την κατατρομοκράτηση του Ελληνισμού της Πόλης.
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του εγκλήματος, πρέπει να θυμηθεί τι αντιπροσώπευε τότε η ελληνική κοινότητα.
Μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης, περισσότεροι από 130.000 Έλληνες είχαν παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο.
Υπήρχαν ελληνικά σχολεία, εκκλησίες, επιχειρήσεις, σύλλογοι, φιλανθρωπικά ιδρύματα και, φυσικά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι Ρωμιοί δεν ήταν ξένοι στην Πόλη, αλλά κομμάτι της ιστορικής της ταυτότητας, με υπερδισχιλιετή παρουσία.
Η προβοκάτσια και το Κυπριακό
Το πρόσχημα για το έγκλημα δόθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου, όταν σημειώθηκε έκρηξη στον χώρο του τουρκικού προξενείου στη Θεσσαλονίκη, κοντά στο σπίτι όπου υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ.
Οι ζημιές ήταν περιορισμένες, ωστόσο η είδηση αξιοποιήθηκε αμέσως από τον τουρκικό Τύπο και διογκώθηκε, πυροδοτώντας κλίμα ανθελληνικής υστερίας.
Το ίδιο απόγευμα, έκτακτη έκδοση της εφημερίδας Istanbul Ekspres κυκλοφόρησε την είδηση, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως πυροκροτητής. Μεταγενέστερες ιστορικές έρευνες, ωστόσο, συνέδεσαν την έκρηξη με οργανωμένη προβοκάτσια, με πρωταγωνιστές έναν Έλληνα μουσουλμάνο φοιτητή και τον φύλακα του προξενείου.
Φυσικά, καθόλου τυχαία δεν ήταν η ιστορική συγκυρία, καθώς το Κυπριακό είχε αναδειχθεί σε βασικό παράγοντα αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Η Τριμερής Διάσκεψη του Λονδίνου βρισκόταν σε εξέλιξη, η δράση της ΕΟΚΑ είχε οξύνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στην Τουρκία είχε αναπτυχθεί έντονη εθνικιστική κινητοποίηση γύρω από το σύνθημα «Η Κύπρος είναι τουρκική». Έτσι, εν μία νυκτί, οι Έλληνες της Πόλης μετατράπηκαν σε αποδιοπομπαίο τράγο μιας ευρύτερης γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Δεν ήταν αυθόρμητη οργή
Το επιχείρημα περί αυθόρμητης λαϊκής έκρηξης δεν αντέχει στην ιστορική έρευνα. Οι δράστες γνώριζαν πού βρίσκονταν ελληνικά σπίτια και καταστήματα, ενώ υπάρχουν καταγραφές για λίστες διευθύνσεων, οργανωμένη μεταφορά ανθρώπων και παράλληλη δράση σε διαφορετικά σημεία της Κωνσταντινούπολης.
Οι αρχές, για αρκετές ώρες, έμειναν άπραγες, παρακολουθώντας την καταστροφή. Η κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές βρίσκεται στον πυρήνα της ιστορικής ευθύνης για τα γεγονότα, ενώ η οργανωμένη στοχοποίηση και η κλίμακα των επιθέσεων δεν αφήνουν περιθώρια για ευφημισμούς.
Γιατί τα Σεπτεμβριανά δεν ήταν κάποια απλά «επεισόδια», αλλά ένα καλά οργανωμένο πογκρόμ.
Οι αριθμοί της καταστροφής
Μία από τις συχνότερα χρησιμοποιούμενες καταγραφές κάνει λόγο για 5.317 πληγέντα ακίνητα και εγκαταστάσεις, ανάμεσά τους 4.214 κατοικίες, 1.004 επιχειρήσεις, 73 εκκλησίες και 26 σχολεία. Οι πηγές διαφέρουν ως προς επιμέρους αριθμούς, όχι όμως ως προς την ουσία: μέσα σε λίγες ώρες καταστράφηκε ένας τεράστιος όγκος ελληνικής περιουσίας.
Ακόμη βαρύτερος ήταν ο ανθρώπινος απολογισμός. Οι εκτιμήσεις για τους νεκρούς κυμαίνονται από περίπου 10 έως 37 ή και περισσότερους, ενώ οι τραυματίες εκτιμώνται σε πάνω από 1.000.
Για τη σεξουαλική βία, μεταγενέστερες έρευνες αναφέρουν περίπου 200 έως 400 περιστατικά βιασμών και άλλων επιθέσεων, ενώ έχουν διατυπωθεί και πολύ υψηλότερες εκτιμήσεις, ακόμη και για περίπου 2.000 περιστατικά, αριθμός που δεν θεωρείται οριστικά επιβεβαιωμένος.
Υπάρχουν επίσης μαρτυρίες για κακοποιήσεις κληρικών, σεξουαλικές επιθέσεις σε αγόρια και εξαναγκαστικές περιτομές Ελλήνων ανδρών. Ωστόσο, η πραγματική έκταση της βίας πιθανότατα δεν καταγράφηκε ποτέ πλήρως, καθώς ο φόβος, η ανασφάλεια και το κοινωνικό στίγμα κράτησαν πολλά θύματα στη σιωπή.
Χτύπησαν και την Ορθοδοξία
Το μένος των βάρβαρων Μογγόλων δεν περιορίστηκε σε σπίτια και καταστήματα. Ορθόδοξοι ναοί λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν, εικόνες και ιερά αντικείμενα καταστράφηκαν, νεκροταφεία βεβηλώθηκαν και τάφοι ανοίχθηκαν. Μάλιστα, στο Μπαλουκλί βεβηλώθηκαν ακόμη και τάφοι Οικουμενικών Πατριαρχών.
Η επίθεση είχε, επομένως, και σαφή συμβολικό χαρακτήρα. Δεν στόχευε μόνο στην οικονομική εξόντωση της ελληνικής κοινότητας, αλλά στην ιστορική της Μνήμη, στην Πίστη και στην ίδια της την παρουσία στην Πόλη.
71 χρόνια μετά, η μνήμη παραμένει χρέος
Τα Σεπτεμβριανά δεν είναι μια ξεχασμένη ιστορία των βιβλίων. Είναι κομμάτι της εθνικής μνήμης και της ιστορικής συνείδησης του Ελληνισμού.
Η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν ένας ξένος τόπος για τη Ρωμιοσύνη. Ήταν πατρίδα, οικογένεια, πίστη και ιστορική συνέχεια.
Γι’ αυτό και, 71 χρόνια μετά, το χρέος παραμένει απλό: να μην ξεχνάμε τι συνέβη, να μην επιτρέπουμε να βαφτίζεται ένα οργανωμένο πογκρόμ «ταραχή» και να θυμόμαστε αυτούς που πλήρωσαν το τίμημα.
Γιατί η εθνική μνήμη δεν είναι εκδίκηση. Είναι αυτογνωσία και χρέος.
71 χρόνια μετά τα Σεπτεμβριανά, η Ρωμιοσύνη της Πόλης θυμάται. Μέχρι την Απελευθέρωση.
