Ο στρατηγός Ράτκο Μλάντιτς, πέθανε στις 27 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 84 ετών, σε νοσοκομείο της Χάγης, όπου παρέμενε κρατούμενος, εκτίοντας ισόβια κάθειρξη. Μαζί του έκλεισε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του αιματηρού πολέμου που ακολούθησε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Ιστορικά και πολιτικά, όμως, η υπόθεση Μλάντιτς κάθε άλλο παρά έκλεισε.
Για τους συγγενείς των θυμάτων της Σρεμπρένιτσα, ο Ράτκο ήταν ο καταδικασμένος στρατιωτικός διοικητής που συνέδεσε το όνομά του με μία από τις μεγαλύτερες σφαγές της μεταπολεμικής Ευρώπης. Για πολλούς Σέρβους, κυρίως στη Σερβική Δημοκρατία, αλλά και στη Σερβία, παραμένει ο στρατηγός που πολέμησε για να προστατεύσει τον λαό του μέσα στο χάος της διάλυσης μιας ολόκληρης χώρας.
Και για αρκετούς Έλληνες, που έζησαν τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους μέσα από το πρίσμα της ελληνοσερβικής φιλίας και της βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στις δυτικές επεμβάσεις στα Βαλκάνια, ο Μλάντιτς αντιμετωπίστηκε πολύ πιο φιλικά απ’ ό,τι στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Ήρωας ή εγκληματίας, λοιπόν; Η εύκολη απάντηση εξαρτάται από την πλευρά που πήρε κάποιος τα ταραγμένα εκείνα χρόνια, τη θρησκεία, την ιδεολογία και το αν έπεσε θύμα της δυτικής προπαγάνδας. Η δύσκολη απαιτεί ιστορικές γνώσεις, ανοιχτό μυαλό και ρεαλισμό.
Ένα παιδί γεννημένο μέσα στον πόλεμο
Ο Ράτκο Μλάντιτς, γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1942 στο Μποζάνοβιτσι, κοντά στο Καλίνοβικ της σημερινής Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, στην καρδιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο πατέρας του πολέμησε στο πλευρό των κομμουνιστών παρτιζάνων του Τίτο και σκοτώθηκε πολεμώντας τους σκληροτράχηλους Κροάτες Ουστάσι, όταν ο Ράτκο ήταν ακόμη παιδί.
Η μετέπειτα επαγγελματική πορεία του μικρού Ράτκο, ωστόσο, κρύβει μια ιστορική ειρωνεία: ο άνθρωπος που θα εξελισσόταν σε κορυφαία στρατιωτική φυσιογνωμία της σερβικής εθνικής υπόθεσης, ξεκίνησε ως αξιωματικός ενός κράτους οικοδομημένου ακριβώς επάνω στην προσπάθεια υπέρβασης των εθνικισμών. Άλλη μία απόδειξη ότι τα διεθνιστικά και πολυεθνικά εγχειρήματα είναι καταδικασμένα στην πλήρη αποτυχία.

Ο άνθρωπός μας, αποφοίτησε από τις στρατιωτικές σχολές το 1965 και υπηρέτησε επί δεκαετίες στον Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Στρατό. Δεν ξεκίνησε, δηλαδή, ως πολιτικός ή παραστρατιωτικός. Ήταν ένας επαγγελματίας αξιωματικός της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας. Μέχρι που η ίδια η χώρα κατέρρευσε και οι εθνικισμοί, όπως ήταν επόμενο, ξέσπασαν.
Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και ο φόβος των Σέρβων
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Σλοβενία και η Κροατία αποσχίστηκαν, οι εθνικισμοί επέστρεψαν και εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά στο ερώτημα σε ποιο κράτος θα ανήκαν, με βάση την εθνική και θρησκευτική τους ταυτότητα.
Για τους Σέρβους της Βοσνίας, το ζήτημα ήταν υπαρξιακό. Η ανεξαρτητοποίηση της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, σήμαινε ότι ένας μεγάλος σερβικός πληθυσμός θα βρισκόταν εκτός Σερβίας, μέσα σε ένα νέο κράτος, όπου οι μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρέμεναν ζωντανές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δημιουργήθηκε ο Στρατός της Σερβικής Δημοκρατίας, με τον Ράτκο Μλάντιτς να αναλαμβάνει τη διοίκησή του στις 12 Μαΐου 1992. Εκείνη την περίοδο, εάν ο Ράντοβαν Κάρατζιτς εξέφραζε την πολιτική ηγεσία, ο Μλάντιτς ήταν ο άνθρωπος του πεδίου: Σκλ
ηρός, αποφασιστικός, στρατιωτικά ικανός και ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ πολλών στρατιωτών του.
Όταν ο ίδιος ο Μλάντιτς προειδοποιούσε για «γενοκτονία»
Και όμως, υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον επεισόδιο από τις πρώτες ημέρες του πολέμου, που δυσκολεύει τη μονοδιάστατη παρουσίασή του ως «αιμοσταγούς τέρατος».
Στις 12 Μαΐου 1992, σε συνεδρίαση της Βουλής των Σερβοβόσνιων, συζητούνταν οι στρατηγικοί στόχοι του νέου σερβοβοσνιακού κράτους. Όταν η κρίσιμη συζήτηση έφτασε στην προοπτική δημιουργίας εθνικά ομοιογενών περιοχών, ο ίδιος ο Μλάντιτς προειδοποίησε την πολιτική ηγεσία ότι οι άνθρωποι δεν μπορούσαν απλώς να μετακινηθούν, ώστε να παραμείνουν μόνο οι Σέρβοι.
Η φράση που καταγράφεται στα πρακτικά και αργότερα στα στοιχεία που εξέτασε το ICTY ήταν εντυπωσιακή: «Άνθρωποι, αυτό θα ήταν γενοκτονία». Αυτό το περιστατικό έχει αναδειχθεί και από τη γαλλική αριστερή και «ανθρωπιστική» Le Monde.

Φυσικά, αυτή του η φράση δεν αποτελεί απόδειξη αθωότητας για όσα συνέβησαν αργότερα. Κάθε άνδρας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του, καλές ή κακές και με βάση αυτές και μόνο πρέπει να αξιολογείται. Μάλιστα, η ίδια συνεδρίαση περιέχει και σκληρές τοποθετήσεις του Μλάντιτς για την αντιμετώπιση των αντιπάλων.
Ωστόσο, αυτή η μία φράση αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο: Ο άνθρωπος που αργότερα καταδικάστηκε για την ψευτο-γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα, είχε αναγνωρίσει ήδη από το 1992 ότι η βίαιη δημιουργία μιας εθνικά καθαρής επικράτειας, μπορούσε να οδηγήσει σε γενοκτονία.
Η αντίφαση αυτή, βέβαια, δεν πρέπει ούτε να αποκρύπτεται ούτε να χρησιμοποιείται για να σβήσει όσα ακολούθησαν. Γιατί κάποια γεγονότα παραμένουν γεγονότα. Και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι υπήρξαν νεκροί. Αν όχι 8.000 άμαχοι μουσουλμάνοι Βόσνιοι, τότε -και αυτή είναι η άποψή μας, με βάση την έρευνα που έχουμε κάνει- σίγουρα ένοπλοι μουτζαχεντίν από όλες τις γωνιές του πλανήτη, που κατατρομοκρατούσαν και έσφαζαν τους Σέρβους Ορθόδοξους Χριστιανούς.
Ένας πόλεμος χωρίς «καθαρά χέρια»
Από μόνος του, ένας πόλεμος αφήνει πίσω του νεκρούς, εκτοπισμένους, ανάπηρους, ανθρώπους με ψυχικά και σωματικά τραύματα. Συγκεκριμένα, ο πόλεμος της Βοσνίας άφησε περισσότερους από 100.000 νεκρούς και περίπου 2,2 εκατομμύρια εκτοπισμένους.
Εγκλήματα διαπράχθηκαν εις βάρος όλων των κοινοτήτων, από όλες τις πλευρές. Βόσνιοι Μουσουλμάνοι, Σέρβοι και Κροάτες είχαν νεκρούς, πρόσφυγες και εκτοπισμένους.
Η ελληνική ανάγνωση αυτής της περιόδου δικαιούται να επισημάνει αυτό ακριβώς που αισθάνονται και οι ίδιοι οι Σέρβοι: Ότι η επίσημη αφήγηση της Δύσης, παρουσίασε τον πόλεμο μέσα από ένα απλουστευτικό σχήμα, όπου ένας ολόκληρος λαός ταυτιζόταν με τον θύτη. Ότι μόνο οι Σέρβοι φόνευαν, βίαζαν, λεηλατούσαν και εξαφάνιζαν ολόκληρες κοινότητες.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι ευθύνες και τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν -από όλες τις πλευρές- εξαφανίζονται μέσα σε έναν γενικό συμψηφισμό. Ο πατριωτισμός μας, δεν απαιτεί από τους Έλληνες να αρνηθούν τα εγκλήματα ενός φίλου λαού. Αντίθετα, απαιτεί να μπορεί να εξετάζει την Ιστορία χωρίς να υιοθετεί άκριτα το οποιοδήποτε αφήγημα. Τα γεγονότα είναι γεγονότα, και οι νεκροί, νεκροί.
Η ελληνοσερβική φιλία και η διαφορετική ελληνική ματιά
Κι εδώ βρίσκεται και η ελληνική ματιά και αντίδραση στα τότε γεγονότα, που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Οι σχέσεις Ελλήνων και Σέρβων έχουν βαθιές ιστορικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές ρίζες. Η κοινή ορθόδοξη παράδοση, οι βαλκανικοί αγώνες και η συμμαχική σχέση σε κρίσιμες περιόδους του 20ού αιώνα δημιούργησαν μια ισχυρή αίσθηση ιστορικής συγγένειας. Πως είμαστε Ορθόδοξα αδέλφια. Άσχετα αν δεν συγγενεύουμε εθνικά, φυλετικά ή πολιτιστικά.
Και κατά τη δεκαετία του 1990, αυτή η σχέση απέκτησε τεράστια κοινωνική ένταση. Από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.
Στην Ελλάδα οργανώθηκαν φιλοσερβικές κινητοποιήσεις, συγκεντρώθηκε ανθρωπιστική βοήθεια και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης αντιμετώπισε με καχυποψία την πολιτική των ΗΠΑ, του NATO και των ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στους Σέρβους.

Ακριβώς αυτό το κλίμα εξηγεί, σε σημαντικό βαθμό, γιατί η εικόνα του Μλάντιτς στην Ελλάδα ήταν και ακόμα είναι διαφορετική. Υπήρξε, όμως, και κάτι περισσότερο. Συνεργασία στο πεδίο.
Οι Έλληνες που πολέμησαν με τους Σερβοβόσνιους
Υπολογίζεται ότι μερικές εκατοντάδες Έλληνες εθελοντές, πήγαν στη Βοσνία και πολέμησαν στο πλευρό των Σερβοβόσνιων. Πολλοί εξ αυτών, μέλη ή συμπαθούντες της καταδικασμένης πλέον Χρυσής Αυγής.
Έτσι, τον Μάρτιο του 1995, συγκροτήθηκε η Ελληνική Εθελοντική Φρουρά (ΕΕΦ). Η μονάδα αριθμούσε περίπου 100 άνδρες, είχε έδρα στη Βλασένιτσα και εντάχθηκε στις στρατιωτικές δομές του Σώματος της Ντρίνα, του Στρατού της Σερβικής Δημοκρατίας.
Επομένως, οι Έλληνες αυτοί πολεμούσαν σε έναν στρατό του οποίου ανώτατος στρατιωτικός διοικητής ήταν ο Ράτκο Μλάντιτς. Και αυτό αποτελεί σημαντικό ιστορικό στοιχείο. Γιατί δεν συμμετείχε επισήμως η Ελλάδα στον πόλεμο, αλλά συμμετείχαν Έλληνες εθελοντές. Με γνώση της ελληνικής κυβέρνησης και των Αρχών, στήριξη της Εκκλησίας και συμμετοχή μέχρι και ανθρώπων της Νύχτας.

Μάλιστα, η στρατολόγηση γινόταν ουσιαστικά δημόσια, με τηλέφωνα επικοινωνίας να δημοσιεύονται σε εφημερίδες και τους εθελοντές να περνούν ανενόχλητοι τα ελληνικά σύνορα.
Με λίγα λόγια, το γεγονός ότι Έλληνες πολίτες ταξίδεψαν σε μια ξένη χώρα και πήραν τα όπλα στο πλευρό των Σέρβων, δείχνει πόσο ισχυρή ήταν τότε η αίσθηση ελληνοσερβικής αλληλεγγύης. Για εκείνους, λοιπόν, και για ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας, ο Μλάντιτς δεν ήταν ο «εχθρός» που παρουσίαζαν τα δυτικά Μέσα Ενημέρωσης, αλλά ο στρατηγός ενός ομόδοξου λαού, ιστορικά φίλου της Ελλάδας.
Η ελληνική σημαία στη Σρεμπρένιτσα
Για κάποιους, ωστόσο, υπάρχει και η… «δύσκολη» πλευρά αυτής της ιστορίας. Και αυτό, επειδή μέλη της ΕΕΦ, βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή κατά την επιχείρηση κατάληψης της Σρεμπρένιτσα τον Ιούλιο του 1995. Την ίδια χρονική περίοδο που -υποτίθεται- διαπράχθηκε «γενοκτονία».
Η παρουσία Ελλήνων εθελοντών στην επιχείρηση έχει καταγραφεί, όπως και η ύψωση ελληνικής σημαίας μετά την πτώση της πόλης. Υπάρχουν επίσης καταγεγραμμένες επικοινωνίες των σερβοβοσνιακών δυνάμεων σχετικά με την παρουσία των Ελλήνων, καθώς και φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό.

Μάλιστα, τέσσερα μέλη της ΕΕΦ τιμήθηκαν αργότερα από τον Ράντοβαν Κάρατζιτς με το παράσημο του Λευκού Αετού. Αυτό είναι ιστορικό γεγονός.
Ιστορικό γεγονός, όμως, είναι επίσης ότι δεν υπάρχει κάποια δικαστική απόφαση που να έχει καταδικάσει μέλη της ΕΕΦ για συμμετοχή στις μαζικές εκτελέσεις «αμάχων» στη Σρεμπρένιτσα.
Όπως αναφέρουν κάποιες έρευνες, κυρίως από ιστοσελίδες και οργανισμούς με… «ύποπτη» χρηματοδότηση, θεωρείται πιθανή η συμμετοχή στα γεγονότα και 30 – 40 Ελλήνων παραστρατιωτικών, μελών της ΕΕΦ, οι οποίοι ανάρτησαν την ελληνική, τη βυζαντινή και τη σημαία της Βεργίνας δίπλα στη σερβική σημαία, την επομένη της σφαγής.
Μάλιστα, τον Ιούλιο του 2006, με εντολή του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Αναστάσιου Παπαληγούρα, είχε αρχίσει εισαγγελική έρευνα για τη συμμετοχή των ατόμων αυτών στη σφαγή, χωρίς να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα.
Άλλο, επομένως, η τεκμηριωμένη στρατιωτική παρουσία Ελλήνων εθελοντών στην περιοχή και άλλο η απόδοση, σε συγκεκριμένους ανθρώπους, συμμετοχής σε εγκλήματα χωρίς δικαστική απόδειξη. Έτσι, η ελληνική παρουσία στην πόλη της Σρεμπρένιτσα παραμένει ένα δύσκολο και αμφιλεγόμενο κεφάλαιο και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταγράφεται ολόκληρη.
Η Σρεμπρένιτσα και η καταδίκη του Ράτκο
Τον Ιούλιο του 1995, μετά την κατάληψη της Σρεμπρένιτσα, η οποία αποτελούσε «ασφαλή περιοχή» του ΟΗΕ, περισσότεροι από 8.000 Βόσνιοι Μουσουλμάνοι, κυρίως άνδρες και αγόρια -εικάζεται ότι- σκοτώθηκαν και χιλιάδες γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι εκτοπίστηκαν, με τα διεθνή δικαστήρια να χαρακτηρίζουν τα γεγονότα αυτά ως γενοκτονία.
Το 2017, το ICTY καταδίκασε τον Μλάντιτς σε ισόβια κάθειρξη για γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, με την καταδίκη να επικυρώνεται το 2021.
Για λόγους ακρίβειας, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν καταδικάστηκε για γενοκτονία σε έξι άλλους δήμους της Βοσνίας το 1992, αν και κρίθηκε ένοχος για άλλα σοβαρά εγκλήματα στις περιοχές αυτές. Από την πλευρά του, ο ίδιος απέρριψε τη νομιμοποίηση της ετυμηγορίας και υποστήριξε ότι το δικαστήριο ήταν προκατειλημμένο εναντίον των Σέρβων.
Από στρατηγός, φυγάς και τελικά κρατούμενος
Μετά τη Συμφωνία του Ντέιτον, ο Μλάντιτς παρέμεινε φυγάς επί περίπου 16 χρόνια, μέχρι που συνελήφθη τελικά στις 26 Μαΐου 2011 στο Λαζάρεβο της Σερβίας.
Ο άλλοτε επιβλητικός στρατηγός ήταν πλέον ηλικιωμένος και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ωστόσο παρέμενε αμετανόητος. Μάλιστα, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, η οικογένεια και οι συνήγοροί του ζητούσαν την αποφυλάκιση ή τη μεταφορά του στη Σερβία για λόγους υγείας, με τα αιτήματα να απορρίπτονται.
Τον Αύγουστο του 2026, γιατρός του ΟΗΕ είχε εκτιμήσει ότι ο θάνατός του μπορούσε να επέλθει «ανά πάσα στιγμή», με τον Ράτκο να αφήνει την τελευταία του πνοή στη Χάγη, σε ηλικία 84 ετών.
Ο θάνατος που δεν έκλεισε τις πληγές
Οι αντιδράσεις στον θάνατό του, ήταν αποκαλυπτικές. Ο πρώην πρόεδρος της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας, Μίλοραντ Ντόντικ, τόνισε ότι ο Μλάντιτς ήταν σεβαστός από τον σερβικό λαό και ότι στάθηκε ως διοικητής για να τον υπερασπιστεί. Ο επίσης καταδικασμένος για εγκλήματα πολέμου Σέρβος πολιτικός, Βόισλαβ Σέσελι, τον αποκάλεσε ήρωα, ενώ ο πρώην υπουργός Εσωτερικών της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούλιν, κατηγόρησε τη Χάγη για την απάνθρωπη μεταχείρισή του.
Αντιθέτως, συγγενείς των θυμάτων της Σρεμπρένιτσα υπενθύμισαν ότι ο θάνατός του δεν αλλάζει ούτε τις δικαστικές αποφάσεις ούτε τους νεκρούς.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο πλευρές βρίσκεται η δύσκολη ιστορική πραγματικότητα. Αυτή που οφείλει να εξετάσει τα δεδομένα ψυχρά και αμερόληπτα, χωρίς παρωπίδες.
Ήρωας ή εγκληματίας;
Από ελληνική σκοπιά, ίσως το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να δεχθούμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο έτοιμες αφηγήσεις.
Δεν χρειάζεται να ξεχάσουμε την ελληνοσερβική φιλία για να αναγνωρίσουμε τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, έστω και αν πολλά από τα θύματα ήταν εγκληματίες ισλαμοκανίβαλοι, ούτε χρειάζεται να αγνοήσουμε τα θύματα για να αναγνωρίσουμε τα εγκλήματα των σερβοβοσνιακών δυνάμεων.
Και φυσικά, δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε τον Μλάντιτς σε άγιο για να απορρίψουμε μια απλουστευτική εικόνα, σύμφωνα με την οποία η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ήταν μια μάχη «καλών» εναντίον «κακών».
Ο Ράτκο Μλάντιτς, υπήρξε ικανός στρατιωτικός διοικητής και, για πολλούς Σέρβους, ο ηγέτης που συνέβαλε αποφασιστικά στην επιβίωση της Σερβικής Δημοκρατίας. Παράλληλα, για τους Βόσνιους που έχασαν τις οικογένειές τους στη Σρεμπρένιτσα, το ίδιο όνομα σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό.

Και υπάρχει κάτι ακόμη που δεν είναι άποψη, αλλά γεγονός: ο Μλάντιτς πέθανε τελεσίδικα καταδικασμένος από διεθνές δικαστήριο για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου. Ό,τι και να ισχυριζόμαστε, όσο προκατειλημμένο και να θεωρούμε το Διεθνές Δικαστήριο, οφείλουμε να κατανοήσουμε αυτό: ήταν ένας πόλεμος μεταξύ εθνοτήτων, στα απομεινάρια ενός σοσιαλιστικού κράτους. Στη διαμάχη ενεπλάκησαν πολλοί, με διαφορετικές ατζέντες και συμφέροντα, και διαπράχθηκαν σοβαρά εγκλήματα πολέμου από όλες τις πλευρές. Μήπως ξεχνάμε τον βομβαρδισμό της ανοχύρωτης πόλης του Βελιγραδίου από τους ΝΑΤΟϊκούς μας «συμμάχους» το 1999, με αποτέλεσμα τον θάνατο περίπου 3.000 αμάχων;
Αντιθέτως, η Ιστορία οφείλει να τα καταγράφει όλα: και την προβοκάτσια στην αγορά του Μάρκαλε στο Σαράγεβο, και τα εγκλήματα κατά των Σέρβων, και την πολιτική της Δύσης, και τις ιδιαίτερες ελληνοσερβικές σχέσεις, και την Ελληνική Εθελοντική Φρουρά, και τη Σρεμπρένιτσα, και την τελεσίδικη καταδίκη του Ράτκο.
Ακόμη και την εκπληκτική αντίφαση ενός Μλάντιτς, που το 1992 προειδοποιούσε ότι η απομάκρυνση των άλλων εθνοτικών πληθυσμών θα αποτελούσε «γενοκτονία», για να καταδικαστεί ο ίδιος, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, για γενοκτονία.
Και αυτός είναι ίσως ο πραγματικός Μλάντιτς που αξίζει να μελετήσει η Ιστορία. Όχι ένας άγιος, ούτε η ενσάρκωση του απόλυτου κακού. Αλλά ένας Σέρβος πατριώτης, στρατιωτικός σε καιρό πολέμου. Που έκανε ό,τι θεώρησε σωστό για τη σωτηρία της πατρίδας του, με ρίσκο και αυταπάρνηση. Ένας άνθρωπος που δεν πρόδωσε ποτέ τις ιδέες του ούτε μετάνιωσε για τις πράξεις του. Ούτε καν για τα γεγονότα της Σρεμπρένιτσα. Γιατί ήξερε πολύ καλά ότι την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Και, εν προκειμένω, τα αιμοσταγή αρπακτικά της Δύσης, που έτρεξαν να εκμεταλλευτούν μια ευκαιρία.
