Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβηκε στο βήμα της ΔΕΘ για να υποσχεθεί ότι θα αντιμετωπίσει την ακρίβεια, το στεγαστικό, το δημογραφικό, τις αδυναμίες της Υγείας και της Παιδείας και θα ολοκληρώσει την ενίσχυση της Άμυνας. Μόνο που πίσω από τα 400 και τα 500 ευρώ, τους «κουμπαράδες», τα επιδοτούμενα στεγαστικά και τους στόχους για το 2030 και το 2031 κρύβεται μια δύσκολη πραγματικότητα: πολλά από τα προβλήματα που σήμερα υπόσχεται να λύσει γιγαντώθηκαν στα χρόνια της δικής του διακυβέρνησης, ενώ σημαντικό μέρος του σχεδίου που παρουσίασε αφορά πλέον την επόμενη κυβερνητική περίοδο. Η φετινή ΔΕΘ, λοιπόν, δεν ήταν μόνο ένα πακέτο οικονομικών μέτρων. Ήταν και ο πρόλογος του προγράμματος με το οποίο η ΝΔ θα ζητήσει μια τρίτη τετραετία.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρέθηκε στην 90ή ΔΕΘ με ένα καλάθι δισεκατομμυρίων και έναν ακόμη μεγαλύτερο κατάλογο υποσχέσεων. 400 ευρώ στους συνταξιούχους, 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους, φοροελαφρύνσεις σε οικογένειες και ελεύθερους επαγγελματίες, «Σπίτι μου ΙΙΙ», «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά», φθηνότερο ρεύμα, φοιτητικές εστίες, παρεμβάσεις στην Υγεία και στην Παιδεία και εξοπλιστικός σχεδιασμός με ορίζοντα το 2030.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι τα μέτρα είναι άχρηστα. Κάθε ευρώ που δίνεται από τα κρατικά αποθέματα είναι σημαντικό για μια οικογένεια που πιέζεται. Το πρόβλημα είναι ότι ο πρωθυπουργός παρουσιάζει ως σχέδιο για το μέλλον λύσεις για προβλήματα που παραμένουν ανοιχτά έπειτα από επτά χρόνια δικής του διακυβέρνησης. Τόσα χρόνια που ήταν πρωθυπουργός, τι έκανε; Γιατί τώρα; Και υπάρχει κάτι ακόμη σημαντικότερο: ένα μεγάλο μέρος του ορίζοντα που παρουσίασε εκτείνεται από το 2027 έως το 2031. Με άλλα λόγια, η ΔΕΘ δεν ήταν μόνο κυβερνητικός απολογισμός. Ήταν και προεκλογικό πρόγραμμα. Σαν να είπε: «Ψηφίστε με στις ερχόμενες εκλογές, για να λάβετε κάποια λίγα ψίχουλα.»
Μισή σακούλα σουπερμάρκετ για τους συνταξιούχους
Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι η ετήσια ενίσχυση των συνταξιούχων αυξάνεται από 300 σε 400 ευρώ καθαρά, επεκτεινόμενη σε όλους τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών. Πρόκειται για μια μόνιμη ετήσια ενίσχυση που αφορά περίπου 2,2 εκατομμύρια δικαιούχους.
Τετρακόσια ευρώ τον χρόνο σημαίνουν, αν επιμεριστούν σε δώδεκα μήνες, περίπου 33 ευρώ τον μήνα. Περίπου μισή σακούλα σουπερμάρκετ. Δεν είναι τίποτα, αλλά δεν είναι και κάτι, αν αναλογιστούμε το μέγεθος της ακρίβειας στην οποία ζούμε.
Τα 400 ευρώ δεν μειώνουν την τιμή του κρέατος, του γάλακτος, του λαδιού ή του καφέ. Δεν κατεβάζουν το ενοίκιο και δεν επαναφέρουν τις τιμές στα επίπεδα πριν από το μεγάλο πληθωριστικό κύμα. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας: η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα. Σημαίνει απλώς ότι οι ήδη υψηλές τιμές αυξάνονται με μικρότερο ρυθμό. Δηλαδή, τρίχες. Δεν χτυπούν την ακρίβεια, για να γεμίζουν τα κρατικά ταμεία και να μπορούν να μασουλάνε το υστέρημα των Ελλήνων, μαζί με τους φίλους τους ολιγάρχες.
Με λίγα λόγια, όταν οι τιμές αυξάνονται, αυξάνονται σε απόλυτους αριθμούς και οι εισπράξεις από φόρους που υπολογίζονται ως ποσοστό επί της κατανάλωσης. Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο: ο πολίτης πληρώνει ακριβότερα, το κράτος εισπράττει περισσότερα και στη συνέχεια επιστρέφει ένα μέρος του δημοσιονομικού χώρου με τη μορφή ενίσχυσης.
Ωστόσο, η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα. Αντιμετωπίζεται με πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης, έλεγχο των μονοπωλίων, μεγαλύτερο ανταγωνισμό, φθηνότερη ενέργεια και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους: Αμελητέα ενίσχυση, όχι μισθολογική αποκατάσταση
Αντίστοιχη είναι η περίπτωση του μόνιμου επιδόματος Χριστουγέννων των 500 ευρώ για περίπου 720.000 δημοσίους υπαλλήλους από το 2027. Η κυβέρνηση, όπως τονίζει, έχει παράλληλα προγραμματίσει και άλλες μισθολογικές παρεμβάσεις, επομένως τα 500 ευρώ δεν αποτελούν τη μοναδική αύξηση που προβλέπεται.
Ωστόσο, το συγκεκριμένο επίδομα, αν επιμεριστεί σε δώδεκα μήνες, αντιστοιχεί περίπου σε 42 ευρώ τον μήνα. 42 ευρώ τον μήνα δεν πληρώνουν τα ψώνια της εβδομάδας, τους λογαριασμούς, τα φροντιστήρια των παιδιών, τα ενοίκια ή τα έκτακτα έξοδα. Είναι χρήματα που ασφαλώς έχουν αξία, αλλά δεν συνιστούν 13ο μισθό, ούτε από μόνα τους αποκαθιστούν την αγοραστική δύναμη που χάθηκε από την αύξηση του κόστους ζωής.
Και εδώ βρίσκεται το πολιτικό ερώτημα: έπειτα από τα τόσα χρόνια ισχυρής ανάπτυξης που διαφημίζει η κυβέρνηση, γιατί το «μέρισμα» αυτής της ανάπτυξης εξακολουθεί να φτάνει σε τόσους πολίτες μέσα από επιδόματα και έκτακτες ή ετήσιες ενισχύσεις; Μήπως επειδή θέλουν να μας κάνουν «Σοβιετία», με μηνιαία «δελτία», ώστε να μην αντιδράμε, να συνηθίσουμε στα λίγα;
«Σπίτι μου ΙΙΙ»: τρίτο πρόγραμμα, με το στεγαστικό να παραμένει
Για το στεγαστικό, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε το «Σπίτι μου ΙΙΙ» ύψους 2 δισ. ευρώ, με στόχο να φτάσουν συνολικά τις 40.000 οι περιπτώσεις απόκτησης πρώτης κατοικίας. Υπενθύμισε επίσης ότι περίπου 25.000 πολίτες έχουν ήδη αποκτήσει κατοικία μέσω επιδοτούμενων στεγαστικών δανείων.
Το όφελος για όσους καταφέρουν να ενταχθούν στο πρόγραμμα είναι προφανές. Υπάρχει όμως ένα θεμελιώδες πρόβλημα: τα φθηνότερα δάνεια αυξάνουν τη δυνατότητα αγοράς, δεν δημιουργούν αυτομάτως περισσότερα σπίτια. Δεν αντιμετωπίζουν τα υψηλά ενοίκια ούτε σταματούν την αλλαγή χεριών στα ακίνητα, από τους γηγενείς Έλληνες σε Ευρωπαίους, Τούρκους, Ισραηλινούς, Βαλκάνιους και Άραβες.
Ο Μητσοτάκης ανακοίνωσε παράλληλα και μέτρα από την πλευρά της προσφοράς: 20.000 νέες ή ανακαινισμένες κατοικίες, 8.500 επιπλέον φοιτητικές κλίνες και αξιοποίηση δημόσιας και δημοτικής περιουσίας. Αυτή είναι σαφώς μια πιο ουσιαστική κατεύθυνση, που όμως δεν λύνει το πρόβλημα.
Μόνο που και πάλι μιλάμε σε μεγάλο βαθμό για στόχους των επόμενων ετών. Και το γεγονός ότι μετά το «Σπίτι μου Ι» και το «Σπίτι μου ΙΙ» απαιτείται τώρα «Σπίτι μου ΙΙΙ» αποδεικνύει τουλάχιστον ένα πράγμα: το στεγαστικό παραμένει άλυτο. Και θα παραμένει άλυτο για χρόνια ακόμα, μιας και συνδέεται άμεσα με ένα ακόμη πρόβλημα: το Δημογραφικό.
Δημογραφικό: ένας τρύπιος «κουμπαράς» απέναντι σε μια εθνική κρίση
Για την υποτιθέμενη αντιμετώπιση του δημογραφικού ανακοινώθηκαν σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις: μηδενικός φόρος για περίπου 87.000 τρίτεκνους με εισόδημα έως 20.000 ευρώ, ενίσχυση κατά 1.000 ευρώ για κάθε επιπλέον παιδί στις πολύτεκνες οικογένειες και ο νέος «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά», στον οποίο το κράτος θα αντιστοιχίζει τις καταθέσεις των γονέων μέχρι το ποσό των 1.200 ευρώ.
Οι ελαφρύνσεις είναι θετικές και θα έπρεπε να είχαν γίνει εδώ και αρκετά χρόνια. Ωστόσο, το δημογραφικό δεν είναι απλώς ένα φορολογικό πρόβλημα. Είναι μια εθνική κρίση που συνδέεται άμεσα με τους μισθούς, τη στέγη, το μεταναστευτικό, την Αντικατάσταση Πληθυσμού, την εργασιακή ασφάλεια και τη δυνατότητα μιας νέας οικογένειας να σχεδιάσει το μέλλον της.
Ο νέος δεν αναβάλλει το πρώτο, δεύτερο ή ακόμα και τρίτο παιδί επειδή δεν υπάρχει αποταμιευτικός λογαριασμός για το νεογέννητο. Το αναβάλλει όταν δεν γνωρίζει αν θα έχει σταθερή δουλειά, όταν το ενοίκιο απορροφά τεράστιο μέρος του μισθού και όταν η αγορά κατοικίας μοιάζει απλησίαστη.
Και φυσικά, το δημογραφικό συνδέεται άμεσα με το ασφαλιστικό. Όσο λιγότεροι νέοι εισέρχονται στην αγορά εργασίας και όσο αυξάνεται η αναλογία ηλικιωμένων προς εργαζομένους, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Τα 400 ευρώ στους σημερινούς συνταξιούχους είναι μια ενίσχυση. Δεν απαντούν, ωστόσο, στο πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: ποιος θα χρηματοδοτεί τις συντάξεις των επόμενων δεκαετιών αν η χώρα συνεχίσει να γερνά; Οι νέοι που φεύγουν σε χώρες της Ευρώπης ή οι Αφροασιάτες μετανάστες, που στέλνουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό;
Η πραγματική απάντηση στο δημογραφικό και στο ασφαλιστικό δεν μπορεί να είναι επιδοματική και μόνο. Χρειάζονται περισσότερες γεννήσεις, επιστροφή των νέων που έφυγαν στο εξωτερικό, καλύτερα αμειβόμενες παραγωγικές θέσεις εργασίας και μια οικονομία που επιτρέπει στην ελληνική οικογένεια να μεγαλώσει χωρίς να ανησυχεί για το μέλλον.
Υγεία: οι παρεμβάσεις στην πρόληψη δεν αρκούν από μόνες τους για το ΕΣΥ
Στην Υγεία, ο πρωθυπουργός παρουσίασε ένα ευρύτερο σύνολο παρεμβάσεων. Αναφέρθηκε στην ανακαίνιση 80 νοσοκομείων και 156 Κέντρων Υγείας, στα επτά εκατομμύρια δωρεάν προληπτικές εξετάσεις, στην αποστολή φαρμάκων κατ’ οίκον για βαριά ασθενείς και ανακοίνωσε, από το 2027, δωρεάν οδοντιατρικούς ελέγχους για σχεδόν 300.000 παιδιά ηλικίας 5–14 ετών, επιστροφή του Dentist Pass και νέες καλύψεις για ασθενείς με διαβήτη.
Πρόκειται για πραγματικές και χρήσιμες παρεμβάσεις, ιδιαίτερα στον τομέα της πρόληψης. Δεν απαντούν όμως από μόνες τους στο κεντρικό πρόβλημα του ΕΣΥ: στο εάν ο πολίτης θα βρει εγκαίρως ασθενοφόρο, γιατρό, νοσηλευτή, κρεβάτι και εξέταση όταν πραγματικά τα χρειαστεί. Γιατί εκεί εντοπίζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα: στην έγκαιρη αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών.
Η κατάσταση της δημόσιας Υγείας δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από τον αριθμό των προγραμμάτων ή τις ανακαινίσεις-μαϊμού του Άδωνι. Κρίνεται από τη στελέχωση των νοσοκομείων, τις αναμονές, τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού και από το πόσο συχνά ο ασθενής αναγκάζεται να στραφεί στον ιδιωτικό τομέα, πληρώνοντας από την τσέπη του. Τι χρειάζεται πρώτα απ’ όλα το ΕΣΥ; Επιπλέον προσωπικό και μισθό αντάξιο της κοινωνικής του προσφοράς. Γιατί το να είσαι υγειονομικός είναι λειτούργημα. Ωστόσο, αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται ανθρώπινα ωράρια και αξιοπρεπείς μισθούς, όπως όλοι οι εργαζόμενοι.
Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει κάνει τίποτε για τον τομέα της δημόσιας και δωρεάν Υγείας και αυτό είναι προφανές.
Παιδεία: το «σχολείο του μέλλοντος» και τα προβλήματα του σήμερα
Στην Παιδεία, ο Μητσοτάκης έθεσε ως επόμενο μεγάλο βήμα το «νέο σχολείο», το Εθνικό Απολυτήριο, τη μετάβαση από την αποστήθιση στις δεξιότητες και την κριτική σκέψη, την ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης και τον στόχο μέχρι το 2030 η Ελλάδα να βρίσκεται στο υψηλότερο 25% της Ευρώπης στις βασικές δεξιότητες. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε νέες σχολικές υποδομές και ανακαινίσεις.
Η κατεύθυνση μπορεί να ακούγεται σωστή. Όμως ο Μητσοτάκης δεν ανέλαβε χθες την κυβέρνηση. Κυβερνά από το 2019. Και όταν, επτά χρόνια αργότερα, το «σχολείο του μέλλοντος» εξακολουθεί να αποτελεί υπόσχεση για τα επόμενα χρόνια, ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει τι έγινε με το σχολείο του παρόντος. Απολύτως τίποτα. Σχολεία έκλεισαν, εκπαιδευτικοί μένουν σε σκηνές στα νησιά και μαθητές / φοιτητές μαθαίνουν για τα 300 φύλα από μεσήλικες νεομαρξιστές καθηγητές.
Οι οικογένειες πληρώνουν φροντιστήρια από το υστέρημά τους, οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί αναζητούν σήμερα σπίτι σε περιοχές όπου τα ενοίκια καταπίνουν μεγάλο μέρος του μισθού τους, ενώ οι φοιτητές αντιμετωπίζουν το τεράστιο κόστος της στέγασης. Η Παιδεία του 2030 δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για τα προβλήματα της Παιδείας του 2026. Είχαν χρόνο, αλλά δεν έκαναν τίποτα.
Άμυνα: εξοπλισμοί χωρίς ανασυγκρότηση της ελληνικής παραγωγής δεν αρκούν
Στην Άμυνα, ο πρωθυπουργός παρουσίασε έναν ορίζοντα έως το 2030 που περιλαμβάνει Rafale, φρεγάτες Belh@rra, F-35, την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και νέα Canadair 515. Εξοπλισμοί που ήδη θα έπρεπε να είχαν ενταχθεί στην Άμυνα και την Πολιτική Προστασία εδώ και τουλάχιστον 10 έτη.
Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, δίπλα σε μια εχθρική και φιλοπόλεμη Τουρκία, είναι πάντοτε αναγκαία και τα προηγούμενα χρόνια έχουν πράγματι πραγματοποιηθεί σημαντικές προμήθειες. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσα δισεκατομμύρια δαπανά η Ελλάδα για εξοπλισμούς.
Είναι το πόσο μέρος αυτής της δαπάνης μετατρέπεται σε ελληνική τεχνογνωσία και παραγωγή, πόσο συμμετέχει η (ανύπαρκτη) εγχώρια αμυντική βιομηχανία, πόσο ενισχύεται το προσωπικό και ποια είναι η πραγματική διαθεσιμότητα των μέσων.
Γιατί η εθνική ισχύς δεν αγοράζεται μόνο από το εξωτερικό. Πρέπει και να παράγεται στο εσωτερικό. Και στην Ελλάδα -δυστυχώς- δεν κατασκευάζουμε ούτε σφαίρα. Που, με τα λαμπρά μυαλά που διαθέτουμε και τις τεχνολογίες που είχαμε αναπτύξει στο παρελθόν, τώρα θα έπρεπε να είμαστε πρωτοπόροι στα UAV και τους βαλλιστικούς πυραύλους.
Η ΔΕΘ κοίταζε ήδη στις κάλπες του 2027
Κι εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία των εξαγγελιών. Η πλειοψηφία των μέτρων που ανακοίνωσε ο Μητσοτάκης θα εφαρμοστούν μόνο εφόσον επανεκλεγεί η ΝΔ. Ορισμένα μέτρα, ωστόσο, ξεκινούν ήδη πριν από τις εκλογές: η ενίσχυση των συνταξιούχων από τον Νοέμβριο του 2026, οι αυξήσεις των συντάξεων στο τέλος του έτους και άλλες παρεμβάσεις.
Μάλιστα, από την 1η Ιανουαρίου 2027 ενεργοποιούνται ο μηδενικός φόρος για συγκεκριμένους τρίτεκνους, η τιμαριθμοποίηση των αναπηρικών επιδομάτων, η μείωση των ΥΚΩ, ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» και το «Σπίτι μου ΙΙΙ».
Ωστόσο, η ομιλία δεν «σταμάτησε» στο 2027. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός παρουσίασε το σχέδιο της τετραετίας 2027–2031. Μίλησε για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028, μέσο μισθό άνω των 1.800 ευρώ, ανεργία κάτω από 6%, δεκάδες χιλιάδες κατοικίες, νέες φοιτητικές κλίνες, στόχους για την Παιδεία, τη μεταποίηση και την Άμυνα, που φτάνουν στο 2030 και στο 2031.
Και το σημαντικότερο; Συνέδεσε ο ίδιος αυτόν τον σχεδιασμό με «τα διλήμματα της επόμενης κάλπης». Σαν να είπε: «Ψηφίστε μας για να εφαρμοστούν!» Επομένως, δεν χρειάζεται κανείς να αναζητήσει κάποιο «προεκλογικό άρωμα» στη φετινή ΔΕΘ. Γιατί το πρόγραμμα βρίσκεται μέσα στην ίδια τη δομή της ομιλίας.
Ο Μητσοτάκης δεν παρουσίασε μόνο τι θα κάνει η σημερινή κυβέρνηση μέχρι το τέλος της θητείας της. Παρουσίασε και τι υπόσχεται να κάνει μια επόμενη κυβέρνηση της ΝΔ μέχρι το 2031. Κι εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση στην ομιλία του.
Κυβερνά ήδη επτά χρόνια
Πριν ζητήσει, λοιπόν, από τους πολίτες να κοιτάξουν την Ελλάδα του 2031, οφείλει να λογοδοτήσει για την Ελλάδα του 2026. Για την ακρίβεια, για το στεγαστικό, για το δημογραφικό, για την κατάσταση του ΕΣΥ και της Παιδείας, για την αγοραστική δύναμη και για το κατεστραμμένο παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Τα 400 ευρώ δεν εξαφανίζουν τη σωρευμένη ακρίβεια. Το «Σπίτι μου ΙΙΙ» δεν σημαίνει ότι λύθηκε το στεγαστικό. Ένας αποταμιευτικός «κουμπαράς» δεν αναστρέφει το δημογραφικό. Οι προληπτικές εξετάσεις δεν λύνουν από μόνες τους τις αδυναμίες του ΕΣΥ. Το «σχολείο του μέλλοντος» δεν διορθώνει αυτομάτως το σχολείο του σήμερα. Και οι αγορές οπλικών συστημάτων δεν υποκαθιστούν την ανάγκη για ισχυρή εγχώρια αμυντική παραγωγή.
Αυτό είναι τελικά το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα της φετινής ΔΕΘ: ένας πρωθυπουργός που κυβερνά από το 2019 ζητά ουσιαστικά να κριθεί όχι μόνο για όσα έκανε στα επτά χρόνια που πέρασαν, αλλά και για όσα υπόσχεται ότι θα κάνει στα τέσσερα που ακολουθούν.
Λίγες «ανάσες» σήμερα, πολλές υποσχέσεις για αύριο και ένας ορίζοντας που φτάνει μέχρι το 2031. Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό πρόγραμμα. Είναι και η έναρξη της μάχης για την επόμενη κάλπη, από μια κυβέρνηση που «πνίγεται» στα σκάνδαλα, αλλά καταφέρνει να «επιπλέει» λόγω της μεγάλης αποχής, των απολιτίκ, των απογοητευμένων του ΤΙΝΑ και των κρατικοδίαιτων που πηγαίνουν να την ψηφίσουν.
