«Ποιός Σαμαράς, ποιά Καρυστιανού;»

Η ελληνική πολιτική σκηνή, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο, που επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια: όταν το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να παράγει αξιόπιστες εναλλακτικές, εμφανίζονται πρόσωπα που αξιώνουν να καλύψουν το κενό, χωρίς να διαθέτουν ούτε την πολιτική συνέπεια ούτε την ιδεολογική σαφήνεια που απαιτεί ο ρόλος. Ο Αντώνης Σαμαράς και η Μαρία Καρυστιανού, δύο πρόσωπα που δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικά, τόσο σε βιογραφία όσο και πολιτική προέλευση, εξελίσσονται σε συμπρωταγωνιστές μιας ίδιας πολιτικής ατραξιόν. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι μεταξύ των δύο υπήρξε και διερεύνηση κοινής πολιτικής πορείας. Η ιδέα αυτή —έστω και αν δεν προχώρησε— αναδεικνύει με τον πιο εύγλωττο τρόπο, την ασυνέπεια και των δύο. Αξίζει, λοιπόν, να εξεταστεί ο καθένας χωριστά και με την αυστηρότητα που επιβάλλει η πολιτική ευθύνη.

Το πένθος της Καρυστιανού, ως πολιτική πρόταση

Η Μαρία Καρυστιανού, εισήλθε στη δημόσια σφαίρα ως μητέρα θύματος της τραγωδίας των Τεμπών. Ο ρόλος αυτός, της χάρισε νομιμοποίηση, συμπάθεια και δημόσιο βήμα. Kαι ήταν απολύτως δικαιολογημένος. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν η Καρυστιανού είχε το δικαίωμα να μιλήσει, αλλά εάν έχει τα εφόδια να ηγηθεί πολιτικού κόμματος.

Η απάντηση, με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, είναι αρνητική. Η Καρυστιανού είναι, στην ουσία της, απολίτικη. Δεν διαθέτει ιδεολογική ταυτότητα, δεν έχει εκφράσει συνεκτικές θέσεις για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την εθνική άμυνα ή οποιοδήποτε από τα μεγάλα ζητήματα που καθορίζουν την πολιτική ζωή μιας χώρας. Η μοναδική της καταγεγραμμένη τοποθέτηση, σε ζήτημα αξιών, αφορούσε τις αμβλώσεις και ήταν αρκετή για να αναδείξει το πολιτικό της αδιέξοδο. Η Αριστερά, που την είχε αναδείξει σε σύμβολο αντίστασης στη διαφθορά, ένιωσε προδομένη, ενώ η Δεξιά, δεν είχε λόγο να την αναγνωρίσει ως δική της.

Το επεισόδιο με τη Ναταλία Γρατσία, στέλεχος με συγκροτημένη συντηρητική ταυτότητα, που ανέλαβε ρόλο συμβούλου και στη συνέχεια παραιτήθηκε, αποκαλύπτει την εσωτερική σύγχυση του εγχειρήματος. Η Γρατσία, επιχείρησε να δώσει δεξιό ιδεολογικό προσανατολισμό σε ένα κόμμα που η ηγέτιδά του αρνείται να ταυτιστεί με οποιονδήποτε άξονα. Το αποτέλεσμα, ήταν να απογοητευτούν οι αριστεροί υποστηρικτές, χωρίς να κερδηθεί η δεξιά εκλογική βάση.

Στο κενό αυτό, ιδεολογικό και οργανωτικό, έσπευσαν πολύ γρήγορα, να εισχωρήσουν δυνάμεις που θέτουν σοβαρά ερωτηματικά για τον χαρακτήρα του κόμματος. Στελέχη του Ηλία Κασιδιάρη και πρώην μέλη της Νίκης, κόμματος με ρητά θρησκευτικό και εθνικιστικό προφίλ, εμφανίζονται πλέον στον πυρήνα της οργάνωσης Καρυστιανού. Παράλληλα, έχουν εντοπιστεί κύκλοι παλαιοημερολογητών στο ευρύτερο περιβάλλον του κόμματος. Πρόκειται για συνδυασμό, που δεν συνιστά ιδεολογική συνοχή, αντιθέτως, αποκαλύπτει ότι το κόμμα λειτουργεί ως δοχείο συλλογής απογοητευμένων και περιθωριακών δυνάμεων, χωρίς κοινό ιδεολογικό παρονομαστή. Αυτό δεν είναι κόμμα. Είναι πολιτική συνάθροιση, δίχως πυξίδα.

Ο «πολιτικά νεκρός» Σαμαράς, που αρνείται να αποχωρήσει

Ο Αντώνης Σαμαράς, φέρει βαρύ βιογραφικό χρέος απέναντι στη δεξιά παράταξη. Υπήρξε πρωθυπουργός, σε μία από τις πλέον κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, και η αξιολόγηση της κυβέρνησής του παραμένει ανοιχτή. Αυτό που δεν παραμένει ανοιχτό, όμως, είναι η συμπεριφορά του κατά την τελευταία εξαετία εντός της Νέας Δημοκρατίας υπό την ηγεσία Μητσοτάκη.

Ο Σαμαράς, παρέμεινε στη ΝΔ επί έξι ολόκληρα χρόνια, παρά τις βαθιές διαφωνίες του με την κατεύθυνση του κόμματος. Οι διαφωνίες αυτές δεν ήταν επουσιώδεις: αφορούσαν θεμελιώδη ζητήματα αξιών, όπως η νομοθέτηση του γάμου ομοφυλοφίλων, που ψηφίστηκε με πρωτοβουλία Μητσοτάκη. Ένας πολιτικός, με συνέπεια και αρχές, θα είχε λόγο αποχώρησης, πολύ πριν τον αναγκάσει σε αυτό η ηγεσία. Αντ’ αυτού, ο Σαμαράς επέλεξε την παραμονή και έφυγε, μόνο αφού ο Μητσοτάκης, τον απώθησε, έπειτα από ανοιχτή κριτική.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πολιτικά καίριο: εάν ο Σαμαράς διαφωνούσε τόσο βαθιά με τη ΝΔ, γιατί δεν ενεργοποίησε τους βουλευτές που ελέγχει εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας; Άλλωστε, είναι γνωστό, ότι διατηρεί επιρροή σε έναν αριθμό βουλευτών που παραμένουν στη ΝΔ. Μια συντεταγμένη αποχώρησή τους, θα είχε διπλή πολιτική αξία: αφενός, θα δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα στη κυβερνητική πλειοψηφία και αφετέρου, θα παρείχε στο υπό διαμόρφωση κόμμα του μια αξιόπιστη κοινοβουλευτική παρουσία εξαρχής. Δεν το έπραξε. Γιατί;

Η πιο λογική ερμηνεία, είναι και η πλέον δυσμενής: ο Σαμαράς δεν είχε ούτε τη βούληση ούτε, πιθανώς, την επιρροή να κινήσει αυτή τη διαδικασία, όταν υπήρχε κόστος. Η κριτική εκ του ασφαλούς, η αναμονή μέχρι την αποπομπή και η έλλειψη τολμηρής πολιτικής κίνησης, δεν συνιστούν ηγετικό προφίλ. Συνιστούν πολιτική αδράνεια.

Ένας πολιτικός, που επιθυμεί να ηγηθεί παράταξης από δεξιά συντηρητική θέση, δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό διαπιστευτήριο την πικρία, για τον τρόπο που τον αντιμετώπισε η ΝΔ. Η παραδοσιακή εθνική και συντηρητική παράταξη, χρειάζεται θάρρος, χρόνο δράσης και ιδεολογική ακεραιότητα. Ο Σαμαράς, έχει επιδείξει ελάχιστα από αυτά, στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Το συμπέρασμα

Η συνεννόηση, που αναφέρθηκε μεταξύ Σαμαρά και Καρυστιανού για ενδεχόμενη κοινή πορεία, δεν προχώρησε. Kαι καλώς. Δύο πρόσωπα, τόσο διαφορετικά σε προέλευση και ιδεολογική βαρύτητα, δεν θα μπορούσαν να σχηματίσουν συνεκτικό πολιτικό φορέα. Αυτό που τα ενώνει, όμως, είναι κοινό: και οι δύο αξιώνουν ρόλο, που δεν δικαιολογείται από την πολιτική τους συμπεριφορά. Η Καρυστιανού, χωρίς ιδεολογία, με κόμμα που διεισδύουν ακραίες και περιθωριακές δυνάμεις και ο Σαμαράς, χωρίς τόλμη, με πολιτικό παρελθόν που αναζητά αναθεώρηση, αντί για υπολογισμό. Σε μια συγκυρία που ο ελληνικός εθνικός και συντηρητικός χώρος, έχει ανάγκη από αξιόπιστες, συνεκτικές και θαρραλέες εναλλακτικές, καμία από τις δύο προτάσεις δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της στιγμής. Και ούτε πρόκειται, προς το παρόν.

About The Author