Γρηγόρης Δημητριάδης: Ο «μπροστινός» του Μαξίμου στο σκάνδαλο των υποκλοπών

Η συνέντευξη του Γρηγόρη Δημητριάδη στη Realnews, δεν έκλεισε την υπόθεση των υποκλοπών, στον δημόσιο λόγο. Την άνοιξε ξανά. Και μάλιστα από την πιο ευαίσθητη πλευρά της: την πολιτική ευθύνη του Μεγάρου Μαξίμου.

Ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού και ανιψιός του Κυριάκου Μητσοτάκη, εμφανίστηκε ως άνθρωπος που «πήρε πάνω του» το βάρος μιας υπόθεσης, για να προστατεύσει την κυβέρνηση, τις μυστικές υπηρεσίες, την παράταξή του και, όπως είπε, «πάνω από όλα την πατρίδα».

Η φράση του ήταν αυτή:

«Ανέλαβα την πολιτική ευθύνη για να προστατέψω την κυβέρνηση, τις μυστικές υπηρεσίες, την παράταξή μου, αλλά πάνω από όλα την πατρίδα. Τίποτα παραπάνω».

Μόνο που αυτό το «τίποτα παραπάνω», είναι ακριβώς το πρόβλημα. Γιατί σε ένα τόσο βαρύ σκάνδαλο, με παρακολουθήσεις, μυστικές υπηρεσίες, παράνομο λογισμικό, κρατικούς λειτουργούς, δημοσιογράφους, πολιτικά πρόσωπα και ζητήματα εθνικής ασφάλειας, δεν υπάρχει «τίποτα παραπάνω». Υπάρχουν πολλά παραπάνω. Και κυρίως υπάρχουν ερωτήματα που επιμένουν να μένουν αναπάντητα.

Μια «πολιτική ευθύνη» που μοιάζει με έμμεση παραδοχή

Ο τίτλος της συνέντευξης, ήταν αποκαλυπτικός από μόνος του: «Τα πήρα όλα πάνω μου για να προστατεύσω την παράταξη και την κυβέρνηση». Δεν είναι μια ουδέτερη φράση, δεν είναι μια απλή πολιτική διατύπωση, αλλά είναι μια φράση ανθρώπου, που παραδέχεται ότι υπήρχε κάτι τόσο σοβαρό, ώστε έπρεπε κάποιος να μπει μπροστά και να λειτουργήσει ως ασπίδα.

Αν η υπόθεση των υποκλοπών, ήταν πράγματι μια υπόθεση «ιδιωτών», όπως επί χρόνια επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί, τότε γιατί χρειαζόταν να προστατευτεί η κυβέρνηση; Από τι; Από ποιον; Και για ποιο λόγο έπρεπε ο τότε πιο στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού να παραιτηθεί για να απορροφήσει τον κραδασμό;

Η διατύπωση του κ. Δημητριάδη, δεν ταιριάζει καθόλου με το αφήγημα «δεν είχα καμία σχέση». Αντιθέτως, το διαψεύδει πολιτικά. Γιατί, άλλο να λες «δεν έχω καμία εμπλοκή» και άλλο να δηλώνεις «τα πήρα όλα πάνω μου». Αυτές οι δύο φράσεις δεν μπορούν να στέκονται ταυτόχρονα χωρίς να συγκρούονται μεταξύ τους.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της κριτικής που δέχθηκε. Ότι η συνέντευξη δεν έδωσε απαντήσεις. Έδωσε, όμως, μια έμμεση παραδοχή: πως το σκάνδαλο είχε πολιτικό βάθος, είχε κυβερνητικό κόστος και είχε πρόσωπα που έπρεπε να προστατευθούν.

Η «θυσία» που δεν πείθει

Ο κ. Δημητριάδης, επιχείρησε να εμφανιστεί περίπου ως άνθρωπος που θυσιάστηκε. Ως κάποιος που ανέλαβε το πολιτικό κόστος, για να μην πληγεί η κυβέρνηση και το σύστημα εξουσίας που υπηρετούσε.

Μόνο που η ανάληψη ευθύνης, δεν είναι θεατρική πράξη, ούτε είναι μια δήλωση για πρωτοσέλιδο. Είναι δημόσια λογοδοσία. Αν κάποιος αναλαμβάνει ευθύνη, εξηγεί για ποιο πράγμα την αναλαμβάνει. Λέει τι συνέβη, λέει ποιοι γνώριζαν, λέει ποιοι αποφάσιζαν και λέει ποιος είχε τον έλεγχο.

Ο κ. Δημητριάδης, δεν έκανε τίποτα από αυτά. Δεν απάντησε ποιος έδινε τις εντολές για τις επισυνδέσεις. Δεν εξήγησε πώς προέκυψαν κοινοί στόχοι ανάμεσα στις «νόμιμες» παρακολουθήσεις της ΕΥΠ και τις απόπειρες παγίδευσης μέσω Predator. Δεν είπε τι γνώριζε για τις επαφές με πρόσωπα και εταιρείες που συνδέθηκαν με το παράνομο λογισμικό. Ούτε έδωσε καμία πειστική εξήγηση για το πώς ένα σκάνδαλο με τόσο βαθιά θεσμική διάσταση αντιμετωπίστηκε σαν εσωτερικό πρόβλημα πολιτικής διαχείρισης. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε την ασφαλή οδό. Επίκλησε σε πατρίδα, παράταξη, μυστικές υπηρεσίες, σιωπή. Μόνο που η πατρίδα δεν προστατεύεται με σιωπή, αλλά με αλήθεια. Και διαφάνεια.

Ο Μητσοτάκης «θυσίασε» τον ίδιο του τον ανιψιό για να βγει καθαρός;

Η συνέντευξη Δημητριάδη έχει και μια ακόμη, πολύ πιο σκληρή ανάγνωση: ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης «θυσίασε» τον ίδιο του τον ανιψιό για να προστατευθεί πολιτικά το Μέγαρο Μαξίμου.

Διότι, αυτό ουσιαστικά προκύπτει, από τα λόγια του πρώην γενικού γραμματέα. Ο ίδιος δεν είπε απλώς ότι παραιτήθηκε. Είπε ότι «τα πήρε όλα πάνω του». Είπε ότι ανέλαβε πολιτική ευθύνη για να προστατεύσει την κυβέρνηση, τις μυστικές υπηρεσίες, την παράταξη και την πατρίδα. Με άλλα λόγια, εμφανίστηκε ως ο άνθρωπος, που μπήκε μπροστά για να μη φτάσει η φωτιά πιο ψηλά.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: αν ο Δημητριάδης «θυσιάστηκε», όπως ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί, τότε για ποιον θυσιάστηκε; Ποιον κάλυψε; Ποιον προστάτευσε; Και ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που έπρεπε να φύγει εκείνος από το προσκήνιο, ώστε να μείνει όρθιο το κεντρικό κυβερνητικό αφήγημα;

Η πολιτική ανάγνωση είναι αμείλικτη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, φέρεται να έβγαλε από τη μέση τον πιο στενό του άνθρωπο, τον ίδιο του τον ανιψιό, για να απορροφήσει τον κραδασμό του σκανδάλου και να γλιτώσει ο ίδιος το πολιτικό κόστος. Ένας άνθρωπος του στενού οικογενειακού και κυβερνητικού πυρήνα, μετατράπηκε σε ασπίδα. Σε πρόσωπο που ανέλαβε να σηκώσει το βάρος, χωρίς όμως να πει ποτέ τι ακριβώς σήκωσε. Αυτό δεν είναι ανάληψη ευθύνης, αλλά, πολιτική θυσία με αντάλλαγμα τη σιωπή.

Διότι ο κ. Δημητριάδης έδωσε μια συνέντευξη λέγοντας ότι θυσιάστηκε, αλλά δεν διευκρίνισε ούτε για ποιους θυσιάστηκε ούτε ποιους κάλυψε. Δεν εξήγησε τι ακριβώς σημαίνει η φράση «τα πήρα όλα πάνω μου». Δεν είπε τι γνώριζε για το Predator. Δεν είπε ποιος βρισκόταν πίσω από τον μηχανισμό. Δεν είπε ποιοι εντός του Μαξίμου είχαν εικόνα, ρόλο ή ευθύνη. Περίεργες τακτικές, σισιλιάνικες, που δεν αρμόζουν σε όσους επικαλούνται τις «δημοκρατικές διαδικασίες». Και αυτό ακριβώς κάνει τη συνέντευξη πολιτικά εκρηκτική.

Γιατί, αν δεχθούμε τη δική του αφήγηση, τότε άλλος ήταν ο πραγματικός πολιτικός ένοχος και εκείνος ανέλαβε να καλύψει το κενό. Αν πάλι δεν ισχύει αυτό, τότε γιατί χρειαζόταν να «προστατευθεί» η κυβέρνηση; Και από τι ακριβώς;

Το μόνο σίγουρο, είναι, ότι η συνέντευξη δεν απομακρύνει το Μαξίμου από το Predator. Το φέρνει ακόμη πιο κοντά. Γιατί, όταν ένας πρώην κορυφαίος κυβερνητικός αξιωματούχος, λέει ότι ανέλαβε ευθύνη για να προστατεύσει την κυβέρνηση, τότε η υπόθεση παύει να μπορεί να παρουσιαστεί ως μια απλή ιστορία ιδιωτών και γίνεται υπόθεση του κορυφαίου πυλώνα εξουσίας.

Πλέον, το ερώτημα δεν είναι αν το Μαξίμου γνώριζε. Το ερώτημα, είναι, ποιοι ακριβώς στο Μαξίμου γνώριζαν, ποιοι διαχειρίστηκαν το παράνομο λογισμικό, ποιοι έδωσαν πολιτική κάλυψη και ποιους εξακολουθεί να καλύπτει με τη σιωπή του ο Γρηγόρης Δημητριάδης.

Η κυβέρνηση μπορεί να θέλει να παρουσιάζει την υπόθεση ως λήξασα. Όμως, η ίδια η συνέντευξη του ανθρώπου που «θυσιάστηκε», λέει το αντίθετο. Ότι η υπόθεση είναι εδώ. Ότι οι λογαριασμοί δεν έκλεισαν. Και ότι ο άνθρωπος που χρησιμοποιήθηκε ως «ασπίδα» γνωρίζει πολύ περισσότερα από όσα είπε.

Το «δεν θα δημιουργήσω πρόβλημα» και η δεύτερη ανάγνωση

Στη συνέντευξη, υπάρχει και μια ακόμη φράση που δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο κ. Δημητριάδης είπε, ότι «θα πάμε ενωμένοι» και ότι είναι «ο τελευταίος που θα δημιουργήσει πρόβλημα».

Σε πρώτη ανάγνωση, πρόκειται για μήνυμα πειθαρχίας. Σε δεύτερη, όμως, μοιάζει και με υπενθύμιση ισχύος. Γιατί ένας άνθρωπος που δηλώνει πως δεν θα δημιουργήσει πρόβλημα, αφήνει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει, αν το ήθελε ή αν πιεζόταν.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό βάρος της υπόθεσης. Ο κ. Δημητριάδης δεν ήταν ένας τυχαίος κομματικός παράγοντας. Ήταν ο άνθρωπος που βρισκόταν στον πυρήνα του «επιτελικού κράτους», σε θέση άμεσης επαφής με τις πιο κρίσιμες κρατικές λειτουργίες. Την περίοδο που ξέσπασε το σκάνδαλο, η ΕΥΠ είχε περάσει υπό την απευθείας ευθύνη του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος. Άρα, κανείς δεν μπορεί να παριστάνει ότι όλα αυτά συνέβαιναν κάπου μακριά, σε έναν παράλληλο κόσμο, χωρίς πολιτική εποπτεία. Το «δεν θα δημιουργήσω πρόβλημα» ακούστηκε περισσότερο σαν μήνυμα προς το εσωτερικό του συστήματος, παρά σαν απάντηση προς την κοινωνία.

Η νομική γραμμή που δεν απαντά στην πολιτική ευθύνη

Ο κ. Δημητριάδης, προσπάθησε να εμφανίσει την υπόθεση ως θεσμικά κλειστή, επικαλούμενος διατάξεις του Αρείου Πάγου και υποβαθμίζοντας τη σημασία απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Το επιχείρημά του, ήταν περίπου, ότι από τη μία υπάρχουν «τρεις αποφάσεις-διατάξεις» και από την άλλη «ένας δικαστής του Μονομελούς».

Η διατύπωση αυτή δέχθηκε σφοδρή κριτική από νομικούς κύκλους, διότι συγχέει πράγματα διαφορετικά. Άλλο μια εισαγγελική διάταξη και άλλο μια δικαστική απόφαση που προκύπτει ύστερα από ακροαματική διαδικασία, εξέταση μαρτύρων, αποδεικτικό υλικό και πρακτικά εκατοντάδων σελίδων.

Και κάτι ακόμη σημαντικότερο: ακόμη κι αν κάποιος επικαλείται την ποινική διάσταση της υπόθεσης, αυτό δεν εξαφανίζει την πολιτική ευθύνη. Η πολιτική ευθύνη, δεν αρχειοθετείται με εισαγγελική διάταξη. Δεν κλείνει επειδή το θέλει το Μαξίμου. Δεν παραγράφεται, επειδή κάποιος αποφάσισε να σωπάσει για τρία χρόνια και μετά να επιστρέψει με συνέντευξη αυτοδικαίωσης.

Γιατί, η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι απλώς ένα ποινικό ζήτημα, είναι ζήτημα δημοκρατίας, ζήτημα λειτουργίας των μυστικών υπηρεσιών, ζήτημα ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας και ζήτημα κράτους δικαίου. Και σε αυτά τα ζητήματα, η απάντηση ότι «έχει κριθεί», δεν αρκεί.

Τα ερωτήματα που δεν απαντήθηκαν

Από τη στιγμή που ο κ. Δημητριάδης αποφάσισε να μιλήσει δημόσια, όφειλε να απαντήσει και δημόσια στα κρίσιμα ερωτήματα:

– Ποιος αποφάσισε ότι η ΕΥΠ θα παρακολουθεί πρόσωπα που δεν είχαν καμία προφανή σχέση με απειλή εθνικής ασφάλειας;

– Ποιος ενέκρινε τις επισυνδέσεις;

– Πώς εξηγείται η σύμπτωση στόχων ανάμεσα στην ΕΥΠ και το Predator;

– Ποιος χειρίστηκε τις επαφές με πρόσωπα και εταιρείες που συνδέθηκαν με το παράνομο λογισμικό;

– Τι γνώριζε ο ίδιος για τις σχέσεις επιχειρηματιών που έχουν αναφερθεί στην υπόθεση με κρατικούς μηχανισμούς;

– Γιατί πρόσωπα που χειρίζονταν ευαίσθητα ζητήματα άμυνας, ασφάλειας και κρατικών απορρήτων βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολουθήσεων;

– Και τελικά: ποιος ακριβώς προστατεύτηκε με την παραίτησή του;

Αυτά είναι τα ερωτήματα, που δεν τέθηκαν ή δεν απαντήθηκαν στη συνέντευξη. Και είναι τα ερωτήματα, που θα συνεχίσουν να βαραίνουν τον ίδιο και την κυβέρνηση.

Τα 5 ερωτήματα που δεν απάντησε ο Δημητριάδης στην συνέντευξή του

Η συνέντευξη, μπορεί να είχε πολλές φράσεις περί «πολιτικής ευθύνης» και «πατρίδας», όμως τα βασικά ερωτήματα έμειναν εκτός. Και αυτά είναι που καίνε:

1) Από τι ακριβώς προστάτευσε την κυβέρνηση;
Αν όλα έγιναν νόμιμα και αν η υπόθεση ήταν, όπως υποστήριζε το κυβερνητικό αφήγημα, υπόθεση «ιδιωτών», τότε γιατί χρειαζόταν προστασία η κυβέρνηση;

2) Ποιος είχε την πολιτική εποπτεία της ΕΥΠ την κρίσιμη περίοδο;
Η ΕΥΠ είχε περάσει στο πρωθυπουργικό κέντρο. Άρα η συζήτηση δεν μπορεί να σταματά στους υπηρεσιακούς χειρισμούς. Υπάρχει πολιτική αλυσίδα ευθύνης.

3) Πώς εξηγούνται οι κοινοί στόχοι ΕΥΠ και Predator;
Η σύμπτωση προσώπων που βρέθηκαν τόσο σε «νόμιμες επισυνδέσεις» όσο και σε απόπειρες παγίδευσης μέσω Predator παραμένει ένα από τα πιο βαριά σημεία της υπόθεσης.

4) Ποιος γνώριζε για τις επαφές με πρόσωπα, που συνδέθηκαν με το παράνομο λογισμικό;
Η υπόθεση δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικόλογες διαψεύσεις. Χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις για επαφές, σχέσεις, διαδρομές και πολιτική κάλυψη.

5) Γιατί μια υπόθεση που παρουσιάστηκε ως «ιδιωτική» προκάλεσε, παραίτηση στο κέντρο της κυβέρνησης;
Αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό ερώτημα. Αν δεν υπήρχε κυβερνητική εμπλοκή, γιατί έπρεπε να φύγει ο πιο στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού;

Το μέσο ήταν και το μήνυμα

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πλευρά. Η επιλογή του μέσου.

Ο κ. Δημητριάδης, επέλεξε τη Realnews για την πρώτη ουσιαστική δημόσια επανεμφάνισή του μετά το 2022. Και όπως σωστά σχολιάστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το μέσο ήταν και το μήνυμα.

Διότι γύρω από τον όμιλο Real, υπάρχουν το τελευταίο διάστημα πληροφορίες και δημοσιεύματα για επιχειρηματικές κινήσεις, συμμετοχές και συμφωνίες με τον όμιλο Bright. Έναν όμιλο που, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, γνώρισε εντυπωσιακή οικονομική άνοδο μέσα σε λίγα χρόνια, με σημαντικές συμβάσεις και δραστηριότητες που συνδέονται με έργα του Δημοσίου, τεχνολογικές υπηρεσίες, συμβουλευτικά έργα και κονδύλια που περνούν μέσα από το κράτος και το Ταμείο Ανάκαμψης.

Η Bright, παρουσιάζεται ως ένα εντυπωσιακό επιχειρηματικό success story. Από χαμηλούς ή σχεδόν μηδενικούς τζίρους στα πρώτα της βήματα, εμφανίζεται να φτάνει σε κύκλο εργασιών εκατομμυρίων, να προχωρά σε εξαγορές, να επεκτείνεται σε νέους τομείς και να ετοιμάζεται για χρηματιστηριακή πορεία.

Όλα αυτά, βεβαίως, μπορεί κάποιος να τα δει ως επιχειρηματική επιτυχία. Όμως στην Ελλάδα της κρατικοδίαιτης ανάπτυξης, της επιλεκτικής κατανομής δημόσιου χρήματος και των μιντιακών ισορροπιών, η εικόνα σηκώνει πολλά ερωτήματα. Όταν ένας επιχειρηματικός όμιλος μεγαλώνει θεαματικά μέσα από δημόσια έργα και την ίδια στιγμή κινείται προς την απόκτηση επιρροής σε μιντιακό όμιλο, τότε το θέμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

Και όταν στο ίδιο μιντιακό περιβάλλον, φιλοξενείται η συνέντευξη που σηματοδοτεί την επιστροφή ενός από τα πιο κεντρικά πρόσωπα του συστήματος Μαξίμου, τότε η σύμπτωση γίνεται πολιτικό γεγονός.

Η διαπλοκή που ο ίδιος λέει ότι πολέμησε

Ο κ. Δημητριάδης, δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του, «χάλασε τα χατίρια της διαπλοκής» που, όπως είπε, λειτουργεί ενάντια στα συμφέροντα της πατρίδας. Ωραία. Τότε ας πει ποια είναι αυτή η διαπλοκή. Με ονοματεπώνυμα, με στοιχεία και πράξεις.

Γιατί η γενική καταγγελία της, «διαπλοκής» είναι εύκολη. Την κάνουν όλοι όταν θέλουν να εμφανιστούν ως κυνηγημένοι. Το δύσκολο, είναι να εξηγήσει κανείς πώς γίνεται, επί των ημερών του λεγόμενου επιτελικού κράτους, να γιγαντώνονται οικονομικά σχήματα που ζουν από δημόσιες συμβάσεις, να δημιουργούνται νέα κέντρα επιρροής γύρω από κρατικό χρήμα και να χτίζεται ένα μιντιακό περιβάλλον φιλικό προς την εξουσία. Αν αυτό δεν είναι διαπλοκή, τότε τι είναι; Και αν ο κ. Δημητριάδης την πολέμησε, όπως λέει, γιατί το μοντέλο αυτό όχι μόνο δεν περιορίστηκε, αλλά φάνηκε να γίνεται βασικό εργαλείο πολιτικής κυριαρχίας;

Από το σκάνδαλο των υποκλοπών στο μοντέλο εξουσίας

Το σκάνδαλο των υποκλοπών, δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά… σύμπτωμα ενός τρόπου διακυβέρνησης. Ένα κέντρο εξουσίας που συγκεντρώνει αρμοδιότητες, ελέγχει κρίσιμες υπηρεσίες, επιχειρεί να χειραγωγεί τη δημόσια συζήτηση, χρησιμοποιεί θεσμούς σαν ασπίδα και όταν πιέζεται, μιλά για «τοξικότητα».

Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα. Όχι μόνο οι παρακολουθήσεις, αλλά η κανονικοποίηση της θεσμικής παραβατικότητας. Η ιδέα ότι όλα μπορούν να γίνουν, αρκεί να υπάρχει πολιτική κάλυψη. Ότι οι μυστικές υπηρεσίες, μπορούν να λειτουργούν σαν εργαλείο εσωτερικού ελέγχου, ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να επικαλείται επιλεκτικά όταν βολεύει, ότι τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να μετατρέπονται σε πλυντήρια εικόνας πολιτικών και ότι ο πολίτης πρέπει να αρκείται σε μισές αλήθειες και ωραίες φωτογραφίες.

Σε αυτό το περιβάλλον, λοιπόν, η συνέντευξη Δημητριάδη δεν ήταν απλώς μια συνέντευξη, αλλά στιγμιότυπο ενός ολόκληρου συστήματος.

Η επίθεση στους επικριτές του, δείχνει αδυναμία

Αντί ο κ. Δημητριάδης να μιλήσει επί της ουσίας, επέλεξε να επιτεθεί σε όσους ζητούν εξηγήσεις. Μίλησε για τοξικότητα, για κόμπλεξ, για κέντρα που κινούνται πίσω από κλειστές πόρτες. Αυτή είναι πλέον η μόνιμη άμυνα του κυβερνητικού μηχανισμού. Όποιος ρωτά, είναι τοξικός. Όποιος ερευνά, υποκινείται. Όποιος επιμένει, έχει προσωπικό πρόβλημα. Όποιος ζητά λογοδοσία, υπονομεύει τη σταθερότητα και είναι έως και «εχθρός της πατρίδας». Μόνο που το πρόβλημα δεν είναι όσοι ρωτούν, αλλά, ότι πλέον, δεν υπάρχουν απαντήσεις.

Δεν είναι «τοξικότητα», να ζητάς να μάθεις γιατί παρακολουθούνταν πρόσωπα με κρίσιμες δημόσιες αρμοδιότητες. Δεν είναι «εμμονή», να ρωτάς ποιος είχε τον έλεγχο της ΕΥΠ. Δεν είναι «αντιπατριωτικό», να απαιτείς διαφάνεια, σε μια υπόθεση που άγγιξε τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας.

Αντιθέτως, πατριωτικό είναι να μη μένει στο σκοτάδι ένα παρακρατικό και μαφιόζικο σύστημα παρακολουθήσεων. Πατριωτικό είναι να λογοδοτούν όσοι γνώριζαν. Πατριωτικό, είναι, να μη χρησιμοποιείται η έννοια της πατρίδας, ως κουβέρτα για να σκεπάζονται πολιτικές ευθύνες.

Μια συνέντευξη αυτοθυματοποίησης

Η συνολική εικόνα της συνέντευξης, είναι καθαρή. Ο κ. Δημητριάδης, δεν εμφανίστηκε ως πρόσωπο που οφείλει εξηγήσεις, αλλά, ως αδικημένος. Ως άνθρωπος που άντεξε, που σιώπησε, που θυσιάστηκε, που προστατεύει ακόμη και τώρα τους δικούς του. Το «πρόβλημα», όμως, είναι ότι η κοινωνία δεν ζητά ψυχογράφημα. Ζητά αλήθεια.

Δεν ενδιαφέρει κανέναν, αν κάποιος είχε «γερό στομάχι» στην πολιτική, αλλά εάν παρακολουθούνταν πολίτες και κρατικοί λειτουργοί. Δεν ενδιαφέρει, εάν οι φιλίες είναι «ιερές», αλλά αν υπήρξαν κουμπαριές, επιχειρηματικές σχέσεις και συναλλαγές που άγγιζαν το οικοσύστημα των υποκλοπών και το κέντρο λήψης αποφάσεων στο Μέγαρο Μαξίμου. Δεν ενδιαφέρει αν κάποιος αισθάνεται πικρία, αλλά εάν λειτούργησε ένας μηχανισμός παρακολούθησης μέσα ή δίπλα στο κράτος.

Η προσπάθεια μετατροπής του ελεγχόμενου σε θύμα, είναι παλιά συνταγή, αλλά, εδώ δεν πιάνει. Γιατί, τα ερωτήματα είναι πολύ μεγάλα και η υπόθεση πολύ βαριά.

Το σκάνδαλο δεν έκλεισε

Η κυβέρνηση, θα ήθελε πολύ να πιστέψει ότι η υπόθεση των υποκλοπών ανήκει στο παρελθόν. Όμως, η συνέντευξη Δημητριάδη, έδειξε το αντίθετο.

Όσο οι πρωταγωνιστές μιλούν με υπαινιγμούς, όσο επικαλούνται την πατρίδα χωρίς να εξηγούν τα γεγονότα, όσο κρύβονται πίσω από νομικές ακροβασίες, όσο βαφτίζουν «τοξικότητα» την απαίτηση για λογοδοσία, τόσο η υπόθεση θα επιστρέφει.

Και θα επιστρέφει γιατί δεν απαντήθηκε ποτέ το βασικό ερώτημα: Ποιος παρακολουθούσε ποιον, με εντολή ποιου και για λογαριασμό ποιου; Μέχρι να δοθεί η απάντηση, το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν θα είναι θέμα λήξαν, αλλά, ανοιχτή πληγή της δημοκρατίας.

Ο κ. Δημητριάδης είπε ότι «τα πήρε όλα πάνω του». Η κοινωνία, ωστόσο, δεν του ζήτησε να παίξει τον ρόλο του εξιλαστήριου προσώπου. Του ζητά, να πει την αλήθεια. Και αυτήν ακόμη δεν την έχει πει.

About The Author