Καρυστιανού, Τσίπρας και στο βάθος… Μητσοτάκης;

Μέσα σε μόλις λίγες μέρες, το ελληνικό πολιτικό σκηνικό εμπλουτίστηκε, με δύο νέες παρατάξεις που υπόσχονται… αλλαγή, ρήξη με το παρελθόν και εκπροσώπηση του κόσμου που «κουράστηκε». Μπροστά στη φωτογένεια των εκδηλώσεων —Θεσσαλονίκη, Θησείο, περιστέρια και αστέρια— εύκολα χάνεται το ουσιαστικό ερώτημα: Ποιος ωφελείται πραγματικά από αυτή τη νέα πολιτική γεωγραφία; Η απάντηση, με πικρή ειρωνεία, δείχνει προς το Μαξίμου.

Η Καρυστιανού, το ανάχωμα στον «πατριωτικό χώρο» και ο μονοθεματισμός του νέου φορέα

Η Μαρία Καρυστιανού, μπήκε ξαφνικά στην πολιτική σκηνή, φέροντας ένα ηθικό κεφάλαιο, που κανένας επαγγελματίας πολιτικός δεν θα μπορούσε να αγοράσει: την αγωνία μιας μάνας που έχασε το παιδί της στα Τέμπη και που αρνείται να σωπάσει. Αυτό το κεφάλαιο, ήταν πραγματικό, συγκινητικό και πολιτικά ισχυρό, και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, έπρεπε να φυλαχθεί με μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι φυλάχθηκε.

Αντί γι’ αυτό, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», παρουσιάστηκε ως κόμμα που βιάστηκε να κυκλοφορήσει, πριν ωριμάσει. Χωρίς επεξεργασμένο πρόγραμμα για οικονομία, εξωτερική πολιτική ή αμυντικά θέματα και χωρίς σαφή ιδεολογική γραμμή, οδηγήθηκε γρήγορα από τα ΜΜΕ να τοποθετηθεί ιδεολογικά στα δεξιά της ΝΔ. Ένας χαρακτηρισμός που, σωστός ή άδικος, έχει ήδη κολλήσει. Μάλιστα, ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ, το είπε ανοιχτά: «υπερσυντηρητική ατζέντα, που απευθύνεται στα ακροατήρια δεξιά της ΝΔ». Κι αυτή η τοποθέτηση δεν ήταν τυχαία, αλλά η πιο βολική για το Μαξίμου.

Γιατί; Διότι, ο πατριωτικός χώρος και συγκεκριμένα το πιο μεγάλο του κόμμα, αυτό της Ελληνικής Λύσης, αποτελεί πραγματικό πόνο κεφαλής για τη ΝΔ. Ένα σχήμα, που θα αντλούσε από τη δεξαμενή αυτή, σεβαστό ποσοστό, ανεβαίνοντας δυναμικά, με εθνικό πρόσημο και σκληρή κριτική στον Μητσοτάκη, θα ήταν επικίνδυνο γι’ αυτόν.

Έτσι, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», εμφανιζόμενη ως νέος ανταγωνιστής στον ίδιο εκλογικό χώρο, λειτουργεί ως ανάχωμα, που μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να πάρει ψήφους από το τρίτο κατά σειρά μεγαλύτερο κόμμα (σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις), να κατακερματίζει περαιτέρω τον ευρύτερο πολιτικό χώρο και να τον αδυνατίζει ως απειλή. Και όλα αυτά, έχοντας ως βιτρίνα την τραγωδία των Τεμπών. Το ίδιο ακριβώς ζήτημα, που επί τρία συναπτά έτη, εξαγρίωνε τη συνείδηση των ψηφοφόρων, απέναντι στη ΝΔ.

Αποτέλεσμα; Το κίνημα των Τεμπών, που υπήρξε ο πιο αυθεντικός πόλος κοινωνικής πίεσης απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, αρχίζει να εκτίθεται. Ο πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών, Παύλος Ασλανίδης το είπε απροκάλυπτα: «γίνεται ένας αποπροσανατολισμός». Και ο Νίκος Πλακιάς, επιβεβαίωσε δημόσια, ότι στην εκδήλωση παρουσίασης του κόμματος, δεν παραβρέθηκε κανένας συγγενής θύματος. Η Καρυστιανού, ωστόσο, δεν είναι ο εχθρός. Αλλά το εγχείρημά της, όπως διαμορφώθηκε, κάνει τη δουλειά του εχθρού. Δηλαδή, του Μεγάρου Μαξίμου.

Ο Τσίπρας, ο «Ανδρέας» που δεν πείθει και τα γνωστά «αριστερά παραμύθια»

Από την άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε από το Θησείο, με το νέο του κόμμα — «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη», ΕΛ.Α.Σ. — φορώντας τα στολίδια ολόκληρης της ελληνικής αριστερής παράδοσης: ΕΑΜ, ΕΔΑ, Λαμπράκηδες, πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, «πρώτη φορά Αριστερά».

Μάλιστα, η αναφορά στον ΕΛΑΣ της Κατοχής, δεν ήταν λεπτομέρεια, αλλά βασική αισθητική επιλογή, εάν εξαιρέσουμε τις δικαιωματίστικες παραφωνίες. Πίσω από τα ηχηρά σύμβολα, όμως, κρύβονται αναπάντητες ερωτήσεις.

Παραμένει ο ίδιος άνθρωπος που το καλοκαίρι του 2015, αφού έλαβε «Όχι» με 61% σε δημοψήφισμα, υπέγραψε τρίτο μνημόνιο, έκλεισε τις τράπεζες και επέβαλε capital controls που κράτησαν 50 μήνες. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έβαλαν λουκέτα. Τα νοικοκυριά, έτρεχαν στα ΑΤΜ για 60 ευρώ. Ο ίδιος ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Στουρνάρας, του το θύμισε πρόσφατα, με αμείλικτη σαφήνεια: «Αυτό δεν το επέβαλαν ούτε οι “προπαγανδιστές” ούτε οι “ομάδες”. Το επέβαλαν οι επιλογές». Κι ο Τσίπρας, στο βιβλίο του «Ιθάκη», που κυκλοφόρησε πέρυσι, μιλά για «επώδυνο συμβιβασμό» χωρίς να ζητά συγγνώμη. Αμετανόητος.

Είναι ο ίδιος άνθρωπος, που υπέγραψε την επαίσχυντη Συμφωνία των Πρεσπών το 2018, αναγνωρίζοντας «μακεδονική» εθνότητα, ιθαγένεια και γλώσσα στη γειτονική χώρα. Και που πρόχωρησε, παρά τις μαζικές αντιδράσεις της ελληνικής κοινωνίας, παρά τη διάλυση της κυβερνητικής συμμαχίας με τους ΑΝΕΛ, παρά τις κατηγορίες για «εθνική ήττα» που του απηύθυνε, μέχρι και ο σημερινός πρωθυπουργός. Τώρα, να τος, επιστρέφει, λέγοντας ότι θα πολεμήσει εκείνους «που μας χρεοκόπησαν». Πρόκειται για εντυπωσιακή αναστροφή πραγματικότητας.

Το παρασκήνιο: ποιοι βάζουν τα χρήματα και γιατί

Δεν είναι μυστικό, ότι πίσω από την εντυπωσιακή επιστροφή του Τσίπρα και το «rebranding» που προηγήθηκε, κρύβονται ισχυρά οικονομικά και μηντιακά συμφέροντα. Ονόματα, όπως ο Βαγγέλης Μαρινάκης και ο Δημήτρης Μελισσανίδης —με εκτεταμένα συμφέροντα στα ΜΜΕ και στις επιχειρήσεις— δεν συστρατεύονται συναισθηματικά με αριστερά οράματα. Θέλουν να φύγει ο Μητσοτάκης, για λόγους που δεν έχουν σχέση με τις αγωνίες του κόσμου. Και ο Τσίπρας, σε αυτό το σχήμα, είναι το πολιτικό εργαλείο τους.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι αυτό το εργαλείο, αμβλύνεται μόνο του. Ο Τσίπρας, αρνείται να κάνει τη μεγάλη στροφή, εκείνη που θα τον οδηγούσε στον χώρο της κεντροαριστεράς, σε ένα ευρύτερο εκλογικό κοινό, που δεν θέλει να ακούει για «Αριστερά», αλλά για λύσεις. Αντί γι’ αυτό, επιμένει σε ένα παρωχημένο λεξιλόγιο και συμβολισμούς, που ελκύουν μεν τον πυρήνα της Αριστεράς και του πρώην ΣΥΡΙΖΑ, αλλά απωθούν το κέντρο. Αποτέλεσμα; Θα απορροφήσει ψήφους, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, χωρίς να απειλεί τη ΝΔ ,εκεί που πραγματικά πονάει.

Η νέα εκλογική αριθμητική που ωφελεί το Μαξίμου

Αν συνδυαστούν αυτές οι εξελίξεις, η εικόνα που προκύπτει, είναι αναπάντεχα βολική για τον Μητσοτάκη. Η Καρυστιανού, φαίνεται να κόβει ψήφους από τον ευρύτερο «πατριωτικό χώρο» και να εκθέτει το κίνημα των Τεμπών. Ο Τσίπρας, φαίνεται να απορροφά το ΠΑΣΟΚ, αλλά μπλοκάρεται στα αριστερά, χωρίς να μπορεί να ανέλθει σε ρόλο αξιόπιστης κυβερνητικής εναλλακτικής. Έτσι, η αντιπολίτευση κατακερματίζεται και ο ψηφοφόρος, βρίσκεται μπροστά σε επιλογές που του φαίνονται όλες ατελείς, ανέτοιμες ή φορτωμένες με παρελθόν.

Και κάπου εκεί, μέσα στη σύγχυση, η ΝΔ παρουσιάζεται ξανά ως η «σταθερή επιλογή». Ως το λιγότερο κακό, σε έναν κατακερματισμένο χάρτη. Δεν χρειάζεται το Μαξίμου να πει τίποτα, αρκεί να παρακολουθεί.

Αυτό είναι το παράδοξο των δύο «νέων» κομμάτων: γεννήθηκαν με διαφορετικές προθέσεις, αλλά και τα δύο, αθέλητα, κάνουν τη δουλειά εκείνου που υποτίθεται ότι θέλουν να αντικαταστήσουν. Του Κυριάκου Μητσοτάκη, και του συστήματος που έχτισε από το 2019.

About The Author