Μέχρι τις 13 Σεπτεμβρίου 2026, οι πολιτικοί αρχηγοί των -σύμφωνα πάντα με τις συστημικές δημοσκοπήσεις- τριών μεγαλύτερων κομμάτων, ανέβηκαν στο βήμα της 90ης ΔΕΘ, για να υποσχεθούν αυξήσεις, φοροελαφρύνσεις, επιδόματα και δισεκατομμύρια ευρώ σε κοινωνικές παρεμβάσεις. Πίσω, όμως, από τις διαφορετικές εξαγγελίες, διακρίνεται η ίδια συνταγή: Ένα κράτος που πρώτα υπερφορολογεί πολίτες και επιχειρήσεις, στην συνέχεια, αφήνει την ακρίβεια να εξανεμίζει τα λιγοστά εισοδήματα και τέλος, επιστρέφει ένα μέρος των χρημάτων ως… «παροχή».
Μητσοτάκης, Ανδρουλάκης και Τσίπρας, εμφανίστηκαν ως οι φορείς της επόμενης ημέρας, οι «σωτήρες», παρότι οι πολιτικοί τους χώροι, έχουν ήδη κυβερνήσει και συνδιαμορφώσει το σημερινό αδιέξοδο.
Έτσι, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος υποσχέθηκε περισσότερα, αλλά ποιος μπορεί να ξαναστήσει την ελληνική παραγωγή και να μειώσει την οικονομική αφαίμαξη, μέσω της υπερορολόγησης.
Πακέτο 2,2 δισ. ευρώ από τον Κ. Μητσοτάκη, με ορίζοντα τις κάλπες
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρουσίασε πακέτο παρεμβάσεων, ύψους 2,2 δισ. ευρώ για το 2027, με το κόστος να αυξάνεται έως περίπου 3,6 δισ. ευρώ το 2030.
Στις εξαγγελίες, περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, κάποιες αλλαγές στην τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών, ελαφρύνσεις για αγρότες και οικογένειες, μειώσεις των ασφαλιστικών εισφορών, ενισχύσεις συνταξιούχων, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ», ύψους 2 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, έθεσε στόχο κατώτατου μισθού 1.000 ευρώ έως τον Ιανουάριο του 2028, αυξήσεων στο Δημόσιο, χριστουγεννιάτικης ενίσχυσης 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους και μείωσης της τιμής του ρεύματος, κατά 30% σε βάθος τριετίας. Ο ορίζοντας του πακέτου παροχών, φτάνει έως το 2030 – 2031, με στόχο την μείωση της ανεργίας κάτω από 6% και μέσο μισθό, άνω των 1.800 ευρώ.
Παροχές… επτά χρόνια μετά, κι ενώ η ακρίβεια καλπάζει
Όπως παρατήρησαν και πολλοί συνάδελφοι, η κυβερνητική παρουσία στη ΔΕΘ, έμοιαζε περισσότερο με προεκλογική επιχείρηση ανάκτησης δυσαρεστημένων ψηφοφόρων, παρά με άμεση απάντηση στα προβλήματα της κοινωνίας.
Τα φλέγοντα μέτρα, μεταφέρονται στο 2027 και στο 2028, ενώ οι πολίτες πληρώνουν πανάκριβα τρόφιμα, καύσιμα, ρεύμα και ενοίκια. Μάλιστα, δεν ανακοινώθηκε γενναία μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά ούτε ουσιαστική μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα.
Για τους μικρομεσαίους, η τεκμαρτή φορολόγηση, δεν καταργείται, αλλά διορθώνεται μερικώς. Παράλληλα, για την περιφέρεια και τον πρωτογενή τομέα, προτείνονται αποσπασματικές διευκολύνσεις, χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο για φθηνή ενέργεια, χαμηλότερο κόστος παραγωγής και προστασία της ελληνικής γεωργίας.
Όπως αποδεικνύεται, η κυβέρνηση, επιστρέφει ένα μικρό μέρος των όσων εισέπραξε από την υπερφορολόγηση και τον πληθωρισμό, χωρίς να αλλάζει τον μηχανισμό που παράγει την ακρίβεια.
Οι επτά παρεμβάσεις του Ν. Ανδρουλάκη και η επιστροφή στις κενές υποσχέσεις
Από την πλευρά του και ως αρχηγός της υποτιθέμενης αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Νίκος Ανδρουλάκης, παρουσίασε επτά κεντρικούς άξονες για ακρίβεια, παραγωγικό μοντέλο, μισθούς και συντάξεις, ιδιωτικό χρέος, στέγαση, Υγεία, Παιδεία και κράτος.
Συγκεκριμένα, πρότεινε τη φορολόγηση των υπερκερδών των ολιγοπωλίων, την προσωρινή μείωση του ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα και του ΕΦΚ στα καύσιμα, κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης, 120 δόσεις για οφειλές, νέο ΕΚΑΣ και ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων.
Στο επίκεντρο, βρέθηκαν η σταδιακή επαναφορά του 13ου μισθού στο Δημόσιο και της 13ης σύνταξης, καθώς και 40.000 κοινωνικές κατοικίες. Έδωσε επιμέρους κοστολογήσεις και δήλωσε έτοιμος να καταθέσει το πρόγραμμα στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο.
Ακοστολόγητες υποσχέσεις και γνώριμη παροχολογία από τον «άνοστο» Ανδρουλάκη.
Οι επιμέρους εξαγγελίες, μπορεί να ακούγονται ευχάριστες στα αυτιά των ταλαιπωρημένων Ελλήνων, δεν συνθέτουν όμως από μόνες τους ένα αξιόπιστο εθνικό σχέδιο.
Δεν παρουσιάστηκε ένας ενιαίος πίνακας, που να δείχνει το συνολικό ετήσιο κόστος όλων των μέτρων και τις συγκεκριμένες πηγές χρηματοδότησής τους.
Παραμένει συνεπώς αναπάντητο, εάν μπορούν να εφαρμοστούν ταυτόχρονα ο 13ος μισθός, η 13η σύνταξη, το νέο ΕΚΑΣ, οι μειώσεις φόρων, οι 120 δόσεις και οι πρόσθετες κοινωνικές δαπάνες, χωρίς νέους φόρους ή σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Το βαθύτερο πρόβλημα, είναι πολιτικό. Η χιλιοπαιγμένη πρόταση του ΠΑΣΟΚ, κινείται ξανά, στη λογική ότι το κράτος θα συγκεντρώνει πόρους και θα τους αναδιανέμει, χωρίς ρήξη με το μοντέλο της κατανάλωσης, των εισαγωγών και της εξάρτησης.
Έτσι, οι αναφορές στην παραγωγική διαδικασία, δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένο σχέδιο για βιομηχανία, γεωργία, κτηνοτροφία και ενεργειακή αυτάρκεια. Με λίγα λόγια, τα όσα είπε, πρόκειται περισσότερο για γνώριμη παροχολογία, παρά για σύγκρουση με τα συμφέροντα και αλλαγή μοντέλου.
Τα 7,39 δισ. του Α. Τσίπρα και η πολιτική του επιστροφή
Ο Αλέξης Τσίπρας, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη με ένα «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης», μικτού κόστους 7,39 δισ. ευρώ για την περίοδο 2027-2030.
Πρότεινε σε, την «Πατριωτική Εισφορά» 1% στην καθαρή περιουσία του πλουσιότερου 1%, κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ, ΦΠΑ 6% στα βασικά αγαθά, αυξήσεις σε εκπαιδευτικούς και υγειονομικούς, 120 δόσεις, 50.000 προσιτές κατοικίες και Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης.
Επιχείρησε να παρουσιάσει την επιστροφή του, ως αλλαγή παραγωγικού μοντέλου, με ισχυρότερο κράτος και μεταφορά των φορολογικών βαρών, προς τον μεγάλο πλούτο. Συμπερασματικά, η εμφάνιση του, είχε κυρίως χαρακτήρα πολιτικής επανεκκίνησης και επαναφοράς της παλιάς πόλωσης Αριστεράς – Δεξιάς.
Η «μάχη» των δισεκατομμυρίων και το πολιτικό βάρος του 2015
Η πρώτη μεγάλη σκιά του νέου προγράμματος Τσίπρα, αφορά την κοστολόγηση. Η κυβερνητική πλευρά, υποστηρίζει ότι σε πλήρη εφαρμογή, το πρόγραμμα μπορεί να ξεπεράσει τα 40 δισ. ευρώ στην τετραετία, ενώ η πλευρά Τσίπρα, απορρίπτει τον υπολογισμό ως παραπλανητικό.
Σαφώς, καμία από τις δύο κομματικές εκτιμήσεις, δεν αποτελεί ανεξάρτητα πιστοποιημένο αποτέλεσμα. Επιπλέον, αβεβαιότητα υπάρχει και για την «Πατριωτική Εισφορά», αφού χωρίς ολοκληρωμένο περιουσιολόγιο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί ούτε η φορολογητέα βάση ούτε το πραγματικό έσοδο. Γιατί, όπως είδαμε από την διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν φορολογήθηκε ο πλούτος της ανώτατης τάξης, αλλά, η μεσαία τάξη πανω στην οποία χτίστηκε το πλεόνασμα, που άφησε πίσω του.
Πάνω από όλα, υπάρχει το βάρος του 2015-2019. Οι σημερινές υποσχέσεις για φορολογική δικαιοσύνη, προστασία της κατοικίας και κοινωνική στήριξη, συγκρίνονται αναπόφευκτα με τη φορολογική επιβάρυνση, τις δεσμεύσεις και τις ανατροπές της προηγούμενης κυβερνητικής του θητείας.
Η επιστροφή του Α. Τσίπρα, μάλιστα, μπορεί να λειτουργήσει ως σωσίβιο για τον σημερινό πρωθυπουργό, αναβιώνοντας μια βολική διπολική σύγκρουση, στην οποία ο ένας συσπειρώνει το ακροατήριο του άλλου.
Παλιά τα υλικά, ίδια τα αδιέξοδα
Η φετινή ΔΕΘ, επιβεβαίωσε ότι το πολιτικό σύστημα, επιστρέφει στη λογική των εξαγγελιών και των παροχών, ενώ ακρίβεια, φορολογία, ιδιωτικό χρέος και στεγαστικό, συνθλίβουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Και στα τρία προγράμματα, υπάρχει ζήτημα αξιοπιστίας, παραγωγικού προσανατολισμού και δυνατότητας χρηματοδότησης. Κανένα δεν απαντά ολοκληρωμένα στο θεμελιώδες ερώτημα: Πώς η Ελλάδα θα παράγει περισσότερο, θα στηρίζει τους Έλληνες εργαζομένους και επαγγελματίες και θα μειώσει την εξάρτησή της από εισαγωγές, δανεισμό και αποφάσεις των Βρυξελλών.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δηλώνει ότι επιδιώκει αυτοδυναμία. Εάν, όμως, οι κάλπες δεν του τη δώσουν ή εάν ένα σοβαρό επεισόδιο με την Τουρκία, χρησιμοποιηθεί ως λόγος για ευρύτερη κυβερνητική συναίνεση, θα χρειαστεί πολιτικό παρτενέρ. Οι πιθανότερες δεξαμενές, μιας τέτοιας συνεργασίας, βρίσκονται στους χώρους που εκπροσωπούν ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Αλέξης Τσίπρας.
Άλλωστε, πίσω από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις, υπάρχουν βαθιές συγκλίσεις: Προσήλωση στην ίδια ευρωπαϊκή οικονομική αρχιτεκτονική, αποδοχή ενός παρόμοιου παραγωγικού μοντέλου και διαφωνίες κυρίως για το ποιος θα διαχειρίζεται και πώς θα αναδιανέμει τους ίδιους περιορισμένους πόρους. Υπό αυτή την οπτική, πρόκειται για φθαρμένα πολιτικά υλικά του ίδιου συστήματος, που αλλάζουν συνθήματα και συσκευασία, όχι όμως τη βασική κατεύθυνση της χώρας.
