ChatGPT Image 15 Απρ 2026, 01_32_37 μ.μ.

Υπάρχουν πολιτικά επεισόδια, που έρχονται και φεύγουν, χάνονται στον θόρυβο της επικαιρότητας, χωρίς να αφήνουν ουσιαστικό αποτύπωμα. Και υπάρχουν εκείνα που αγγίζουν κάτι βαθύτερο, τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο μια κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την εξουσία και τον εαυτό της. Η υπόθεση του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, Μακάριου Λαζαρίδη, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Τα βασικά γεγονότα, έχουν πλέον καταγραφεί με σαφήνεια και δεν επιδέχονται ουσιαστική αμφισβήτηση. Ο Λαζαρίδης διορίστηκε το 2007 σε οργανική θέση Ειδικού Επιστήμονα στη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς του Υπουργείου Παιδείας, έχοντας προσκομίσει πτυχίο από ίδρυμα που λειτουργούσε νομικά ως «Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών», χωρίς καμία αδειοδότηση για απονομή ακαδημαϊκών τίτλων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο νόμος 2190/1994, που διέπει τις εν λόγω θέσεις, απαιτεί ρητώς πτυχίο ΑΕΙ, μεταπτυχιακό ή διδακτορικό. Κανένα από αυτά δεν διέθετε. Πέντε χρόνια αργότερα, το 2013, ακολούθησε δεύτερος διορισμός —και πάλι με αποδοχές Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης— στο γραφείο της Γενικής Γραμματέως Ισότητας.

Ο ίδιος το παραδέχτηκε, και αυτό είναι το πρόβλημα

Αν υπάρχει κάτι που ξεχωρίζει σε αυτή την υπόθεση, δεν είναι η αποκάλυψη αυτή καθαυτή. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε ο ίδιος ο Λαζαρίδης μόλις τέθηκε το ζήτημα δημόσια. Αντί για συστολή ή έστω έναν τόνο διακριτικής αποστασιοποίησης, επέλεξε την επίθεση. Χαρακτήρισε τους επικριτές του «πολιτικούς του κοινού ποινικού δικαίου» και «σκουπίδια του διαδικτύου», ενώ παράλληλα παρουσίαζε το πτυχίο του σε κάμερα ζωντανής μετάδοσης με ύφος που παρέπεμπε σε αδιαμφισβήτητο επίτευγμα.

Το ουσιαστικό, όμως, δεν βρίσκεται στους τόνους της τηλεοπτικής του εμφάνισης. Βρίσκεται στο γεγονός ότι ο ίδιος παραδέχτηκε, με δικά του λόγια, ότι ο τίτλος σπουδών του προερχόταν από κέντρο ελευθέρων σπουδών και ότι ο διορισμός του στη θέση ειδικού επιστήμονα έγινε με «πολιτική επιλογή», χωρίς τυπικά προσόντα. Αυτή η ομολογία δεν χρειάζεται ερμηνεία. Είναι αρκετά εύγλωττη από μόνη της.

Το Μαξίμου επιλέγει τη σιωπή

Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό δεν είναι νομικό. Είναι πολιτικό. Και απευθύνεται κατευθείαν στο Μέγαρο Μαξίμου. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επένδυσε συστηματικά —και για χρόνια— στο αφήγημα της «αριστείας». Ήταν ο κεντρικός πυλώνας της πολιτικής της ταυτότητας από το 2019 και μετά: ότι αυτή η διακυβέρνηση διαφέρει, ότι τα πρόσωπά της επελέγησαν με κριτήριο την επάρκεια, ότι η αξιοκρατία δεν είναι σύνθημα αλλά πρακτική. Με αυτό το σκεπτικό ζητούσε από τους πολίτες να το εμπιστευτούν.

Όταν λοιπόν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δηλώνει χωρίς δισταγμό ότι «δεν υπάρχει ζήτημα για την παραμονή του Λαζαρίδη στην κυβέρνηση», η κυβέρνηση δεν υπερασπίζεται απλώς έναν υφυπουργό. Υπερασπίζεται μια λογική. Και αυτή η λογική λέει ότι η πολιτική εγγύτητα μπορεί να αναπληρώσει την τυπική επάρκεια.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά

Ο κάθε πολίτης που έχει έρθει αντιμέτωπος με τις απαιτήσεις του δημόσιου τομέα, για μια πρόσληψη, για μια μετάταξη, για μια απλή βεβαίωση, γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει να σε «κόβει» ένα τυπικό προσόν. Γνωρίζει ότι για τον κοινό πολίτη δεν υπάρχουν «χαλαρά πλαίσια» και «πολιτικές επιλογές». Υπάρχουν απαιτήσεις. Αυτές ή πληρούνται ή δεν πληρούνται.

Όταν λοιπόν η ίδια η κυβέρνηση που εξήγγειλε αξιοκρατία, μένει αμέτοχη μπροστά σε μια τέτοια υπόθεση, το μήνυμα που στέλνει είναι διπλά επώδυνο: όχι μόνο γιατί επιβεβαιώνει ότι τα κριτήρια δεν είναι ίδια για όλους, αλλά γιατί το κάνει επιδεικτικά.

Η αντιπολίτευση δεν βγαίνει αλώβητη

Θα ήταν, ωστόσο, ανέντιμο να παρουσιαστεί αυτή η υπόθεση ως αποκλειστικό τεκμήριο κατά της ΝΔ. Κόμματα που σήμερα διαγκωνίζονται ποιο θα καταγγείλει πρώτο τον Λαζαρίδη, έχουν τη δική τους ιστορία με κομματικούς διορισμούς, «βολέματα» και αδιαφανείς επιλογές προσωπικού. Ο πελατειακός χαρακτήρας του ελληνικού δημοσίου δεν κατασκευάστηκε σε μία τετραετία. Είναι διαχρονικό κατασκεύασμα, στο οποίο έχουν συνεισφέρει ανεξαιρέτως σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης. Και αυτό δεν αθωώνει κανέναν. Αντίθετα, καθιστά ακόμη πιο εύγλωττη την υποκρισία όσων σήμερα παριστάνουν τους θεσμικούς.

Το τέλος ενός αφηγήματος

Με την υπόθεση Λαζαρίδη κλείνει ένας κύκλος. Βάζει οριστικά τέλος στο μύθευμα περί «γαλάζιας αριστείας». Όχι γιατί το είπε η αντιπολίτευση, αλλά γιατί το επιβεβαίωσαν τα ίδια τα γεγονότα και τα ίδια τα πρόσωπα. Μια κυβέρνηση που επικαλείται αξιοκρατία, οφείλει να εφαρμόζει αξιοκρατία — και όχι μόνο όταν δεν την ελέγχει κανείς.

Γιατί, όταν ο πήχης για τους «δικούς» σου, πέφτει τόσο χαμηλά, τα συνθήματα για την επάρκεια και την αξία ακούγονται κενά. Και η εμπιστοσύνη των πολιτών —αυτή που δεν επιστρέφεται εύκολα— συνεχίζει να μειώνεται, σαν νερό σε τρύπιο βαρέλι.

About The Author