1000015565

Η είσοδος της Μαρίας Καρυστιανού στην πολιτική σκηνή, μέσα από την ίδρυση κόμματος, έχει ανοίξει έναν νέο κύκλο συζήτησης, για το κατά πόσο η δημόσια απήχηση που απέκτησε μέσα από την τραγωδία των Τεμπών, μπορεί να μετατραπεί σε ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση.

Η ίδια, επιμένει στο κράτος δικαίου, στην κάθαρση και στην ανάγκη αλλαγής του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, οι τοποθετήσεις της σε κρίσιμα ζητήματα —από τα ελληνοτουρκικά και το μεταναστευτικό, μέχρι την οικονομία, τις αμβλώσεις και την ιδεολογική ταυτότητα του κόμματός της— αφήνουν πολλά ερωτήματα αναπάντητα.

Αοριστολογίες στα εθνικά ζητήματα

Ιδιαίτερα στα εθνικά θέματα, οι δηλώσεις της, έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, κυρίως από τον πατριωτικό χώρο, καθώς εμφανίζεται να προσεγγίζει την εξωτερική πολιτική με γενικόλογες διατυπώσεις, χωρίς σαφές πλαίσιο, κόκκινες γραμμές και συγκεκριμένη στρατηγική.

Η ίδια, μιλώντας για τα ελληνοτουρκικά, ανέφερε ότι «η εξωτερική πολιτική της χώρας δεν είναι συνταγή για φαγητό, είναι μια δύσκολη κατάσταση που θέλει πολύ σεβασμό και προσοχή». Μόνο που αυτή η διαπίστωση, όσο αυτονόητη κι αν ακούγεται, δεν συνιστά πολιτική θέση.

Δεν απαντά, στο ποια πρέπει να είναι η ελληνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία, ποια ζητήματα συζητά η Ελλάδα και ποια δεν συζητά, ούτε ποια είναι τα όρια της διπλωματίας και ποια η γραμμή άμυνας σε περίπτωση κλιμάκωσης.

Η «ψυχανάλυση» των Τούρκων και το 80% της ατζέντας

Ακόμη μεγαλύτερη συζήτηση, προκάλεσε η δήλωσή της, ότι για την Τουρκία, «όταν πας να συζητήσεις θα πρέπει να έχεις πλήρη εικόνα τι θέλεις εσύ και τι ζητούν οι άλλοι, ακόμα και να έχεις κάνει ψυχανάλυση των ανθρώπων με τους οποίους θα βρεθείς».

Μάλιστα, πρόσθεσε πως «το βασικό είναι η δική σου ατζέντα, και να φύγεις έχοντας ικανοποιήσει το 80% της δικής σου ατζέντας». Έτσι, η φράση αυτή, αντί να φωτίσει τις θέσεις της, μάλλον ενίσχυσε την εικόνα ασάφειας.

Γιατί, η εξωτερική πολιτική απέναντι σε μια αναθεωρητική Τουρκία, δεν μπορεί να περιγράφεται με όρους «ψυχανάλυσης» των συνομιλητών, ούτε με ποσοστά επιτυχίας τύπου «80% της ατζέντας».

Τα ελληνοτουρκικά, δεν είναι τεχνική διαπραγμάτευση εταιρικής συμφωνίας, ούτε αντικείμενο… ψυχανάλησης, αλλά ζήτημα εθνικής κυριαρχίας, διεθνούς δικαίου, αποτροπής και γεωπολιτικής ισχύος.

«Όλα είναι θέμα συζήτησης» στα εθνικά ζητήματα;

Στο ίδιο πλαίσιο, κινήθηκε και η αναφορά της ότι «δεν ζητάμε από κανέναν να μας πει αν έχουμε δίκιο ή όχι. Όλα στη διπλωματία είναι θέμα συνεννόησης και συζήτησης. Πάντα μιλούσαμε για τα 12 ν.μ. Μετά την 7ετία Μητσοτάκη έρχονται οι Τούρκοι και συζητάνε για συνδιαχείριση του Αιγαίου. Όλα είναι θέμα συζήτησης αλλά δεν ξέρω με τι ατζέντα πάει ο κ. Μητσοτάκης στη συνάντηση με τον Ερντογάν».

Έτσι, από τη μία πλευρά ασκεί κριτική στην κυβέρνηση για διολίσθηση στα εθνικά θέματα και αφήνει αιχμές για συνδιαχείριση του Αιγαίου, ενώ, από την άλλη, η φράση ότι «όλα είναι θέμα συζήτησης», είναι προβληματική, διότι στα εθνικά ζητήματα δεν είναι όλα διαπραγματεύσιμα.

Γιατί, υπάρχουν και θέματα κυριαρχίας, που δεν μπορούν να μπαίνουν σε τραπέζι διαλόγου, ούτε να παρουσιάζονται ως πεδίο απλής «συνεννόησης».

Απουσία σχεδίου για το μεταναστευτικό

Αντίστοιχη ασάφεια, καταγράφεται και στο μεταναστευτικό. Η Καρυστιανού, δήλωσε ότι «οφείλουμε να προστατεύσουμε τα σύνορα. Είναι υποχρέωσή μας. Δεν μπορούμε να λογιζόμαστε για σοβαρό κράτος αν ο καθένας μπαίνει στην επικράτεια όποτε θέλει. Εγώ που πήγα μετανάστρια και έφυγα για βιοποριστικούς λόγους στην Αγγλία πήγαινα με διαβατήριο. Όπου μετακινείσαι πρέπει να μετακινείσαι με συγκεκριμένο τρόπο».

Η τοποθέτηση αυτή, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να κινείται σε μια λογική γραμμή για τη φύλαξη των συνόρων. Ωστόσο, αμέσως μετά πρόσθεσε ότι «η φύλαξη των συνόρων είναι υποχρέωση, ενώ στο ίδιο επίπεδο είναι η υποχρέωση να βοηθήσεις κάποιον να ζει. Όχι, δεν βυθίζουμε καμία βάρκα και δεν πνίγουμε κανέναν, γιατί είμαστε άνθρωποι. Να μπορώ να μεταφέρω τους ανθρώπους σε ένα κέντρο για να γίνει καταγραφή, για να δούμε αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για άσυλο, διαφορετικά θα πρέπει να γίνει απέλαση».

Και εδώ, το πρόβλημα δεν είναι ότι αναγνωρίζει την ανθρωπιστική διάσταση του ζητήματος, αλλά ότι δεν παρουσιάζει ολοκληρωμένη πολιτική. Δεν μας εξηγεί, πώς θα φυλαχθούν αποτελεσματικά τα σύνορα, τι θα γίνει με όσους εισέρχονται παράνομα, πώς θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες ασύλου, πώς θα εφαρμοστούν οι απελάσεις, τι θα απαιτήσει η Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ποια συμφωνία θα επιδιώξει με τρίτες χώρες και πώς θα αποτραπεί η μετατροπή της χώρας σε μόνιμο χώρο εγκλωβισμού πληθυσμών. Ευχολογίες, χωρίς προτάσεις και εφαρμόσιμες λύσεις.

Περιγραφή προβλημάτων, χωρίς κοστολογημένο πρόγραμμα για την οικονομία

Το ίδιο μοτίβο, εμφανίζεται και στην οικονομία. Ερωτηθείσα για την ακρίβεια και το οικονομικό πρόγραμμα, η Καρυστιανού, είπε ότι «δεν είναι θέμα στρατηγικής, δεν είναι θέμα ότι οι οικονομολόγοι δεν ξέρουν πού θα πρέπει να κατευθυνθούν τα χρήματα. Η ακρίβεια, είναι πολυπαραγοντικό θέμα: είναι ο ΦΠΑ αν είναι δίκαιος, είναι οι μεσάζοντες, αν υπάρχουν καρτέλ και φυσικά η μισθοδοσία. Πρέπει να ανέβουν οι μισθοί, αλλά δεν θα γίνει απλά μόνο του, αλλά να υπάρξει πραγματική ανάπτυξη».

Πρόσθεσε ότι «πραγματική ανάπτυξη θα έχουμε όταν καταστάσεις τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ σταματήσουν και το χρήμα πάει εκεί που πρέπει» και πως «δεν υπάρχουν μαγικά πράγματα, υπάρχει ορθολογισμός και σωστή κατανομή του χρήματος, υπάρχει αγάπη για την κοινωνία και τους πολίτες».

Πρόκειται, δηλαδή, για διατυπώσεις, που δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν οικονομικό πρόγραμμα. Η αναφορά στον ΦΠΑ, στα καρτέλ, στους μεσάζοντες και στους μισθούς, περιγράφει υπαρκτά προβλήματα, αλλά δεν εξηγεί με ποιους φόρους, ποιες περικοπές, ποιες μεταρρυθμίσεις, ποιες επενδύσεις και ποια δημοσιονομική στρατηγική θα υλοποιηθούν οι εξαγγελίες.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό, είναι, ότι, όταν ρωτήθηκε για το αναλυτικό οικονομικό πρόγραμμα του κόμματός της, απάντησε ότι «η ανακοίνωση θα εξαρτηθεί από την ανακοίνωση των εκλογών», προσθέτοντας πως «ο κόσμος θα ενθουσιαστεί από τον τρόπο που έχουμε φτιάξει το οικονομικό πρόγραμμα και πόσο εύκολο είναι να υλοποιηθεί».

Η διαβεβαίωση ότι ένα οικονομικό πρόγραμμα είναι «εύκολο» στην υλοποίησή του, χωρίς να έχει παρουσιαστεί, περισσότερο εντείνει την καχυποψία, παρά πείθει.

Η δήλωση για τις αμβλώσεις, που ξένισε επικριτές και υποστηρικτές

Αντιδράσεις, προκάλεσε και η τοποθέτησή της για τις αμβλώσεις. Η Καρυστιανού, χαρακτήρισε το θέμα «θέμα δημόσιας διαβούλευσης» και είπε «ας αποφασίσει η κοινωνία», ενώ ανέφερε ότι αφορά τόσο τα δικαιώματα της γυναίκας όσο και τα δικαιώματα του εμβρύου.

Η δήλωση αυτή, ξένισε τόσο επικριτές, όσο και υποστηρικτές της. Για άλλους, άνοιξε ένα ζήτημα που θεωρείται λυμένο νομικά και κοινωνικά. Για άλλους, πάλι, η μετέπειτα προσπάθεια διευκρίνισης, έδειξε αμηχανία και πολιτικό υπολογισμό. Σε κάθε περίπτωση, ανέδειξε για ακόμη μία φορά την έλλειψη καθαρής πολιτικής γραμμής.

Έλλειψη ιδεολογίας και προγραμματική ασάφεια

Το ίδιο, ισχύει και για την ιδεολογική ταυτότητα του κόμματός της. Η ίδια, είπε, ότι «Δεξιά και Αριστερά είναι χαρακτηρισμοί από το παρελθόν. Δεν θα ήθελα να βάλω ταμπέλες, γιατί συνεργάζομαι με ανθρώπους από όλα τα κόμματα», προσθέτοντας ότι «οι αξίες δεν μπορεί να έχουν συγκεκριμένη ταμπέλα».

Όμως, ένα κόμμα που διεκδικεί κυβερνητικό ρόλο, δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί αξιών. Οφείλει να πει, τι πιστεύει για την εθνική κυριαρχία, την οικονομία, την κοινωνική πολιτική, την ασφάλεια, τη μετανάστευση, την παιδεία, τη Δικαιοσύνη, την Ευρώπη. Το «ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά», μπορεί να λειτουργεί επικοινωνιακά, αλλά συχνά σημαίνει απουσία σαφούς πολιτικής ταυτότητας.

Η «συμπαράσταση» από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Αριστερά

Προβληματική είναι και η δήλωσή της, για τα στελέχη και τα πρόσωπα που τη στηρίζουν. Η ίδια, ανέφερε, πως «Υπάρχουν και υποψήφιοι με το ΠΑΣΟΚ, τη Νέα Δημοκρατία και έχω πολλή συμπαράσταση από εκεί. Έχω συμπαράσταση και από την Αριστερά». Η φράση αυτή, αφήνει την εντύπωση ότι γύρω της, υπάρχουν πρόσωπα από το υπάρχον πολιτικό σύστημα, ακόμη και από τη ΝΔ.

Κι εδώ, γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί ένα κόμμα που εμφανίζεται ως αντισυστημικό, να στηρίζεται ταυτόχρονα σε στελέχη ή πρώην υποψηφίους των κομμάτων που καταγγέλλει; Μπορεί να ασκεί σφοδρή κριτική στον Μητσοτάκη, αλλά ταυτόχρονα, να δηλώνει ότι έχει «συμπαράσταση» από πρόσωπα της ΝΔ;

Το ανοιχτό ερώτημα των συνεργασιών

Η ασάφεια περί πιθανών συνεργασιών, τροφοδοτεί το αφήγημα ότι το νέο κόμμα, μπορεί να λειτουργήσει ως αντισυστημικό σχήμα πίεσης, αλλά με ανοιχτές πόρτες, προς τμήματα του παλιού πολιτικού προσωπικού. Ιδίως, όταν δεν έχει ξεκαθαριστεί πλήρως τι θα πράξει σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας.

Θα αποκλείσει κάθε συνεργασία, με τη ΝΔ; Θα αποκλείσει κάθε συνεννόηση, με την ΕΛ.ΑΣ. του Αλέξη Τσίπρα; Θα αρνηθεί κάθε κυβέρνηση συνεργασίας, με κόμματα του σημερινού συστήματος; Μέχρι να δοθούν καθαρές απαντήσεις, η ασάφεια θα παραμένει.

Το «φαουλ» στο timing δημιουργίας κόμματος

Πάνω από όλα, όμως, υπάρχει και το ηθικό – πολιτικό ζήτημα, της χρονικής συγκυρίας. Η ίδρυση κόμματος από την Καρυστιανού, την ώρα που ξεκινά η δίκη για τα Τέμπη, προκάλεσε σφοδρή κριτική.

Για πολλούς, δεν γίνεται να ξεκινά η δικαστική μάχη για την τραγωδία και την ίδια στιγμή, η επικεφαλής του κινήματος των Τεμπών, να μετατρέπει αυτή τη δυναμική σε κομματικό φορέα.

Η κριτική είναι βαριά: ότι πρώτα καπέλωσε το κίνημα των Τεμπών και τώρα, επιχειρεί να το μετατρέψει σε πολιτικό όχημα, κόντρα στη θέληση πολλών ανθρώπων, που ζητούν πρωτίστως Δικαιοσύνη για το έγκλημα και όχι κομματική εκπροσώπηση.

Κόμμα διαμαρτυρίας, χωρίς κυβερνητική πρόταση

Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η Μαρία Καρυστιανού, έχει καταφέρει να εκφράσει, ένα υπαρκτό κύμα οργής απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Όμως, άλλο η κοινωνική αγανάκτηση και άλλο, η κυβερνητική πρόταση.

Σε σειρά συνεντεύξεών της, επέμεινε στο κράτος δικαίου, στην κάθαρση και στην ανάγκη αλλαγής του πολιτικού συστήματος, αποφεύγοντας όμως να αυτοτοποθετηθεί ιδεολογικά και δίνοντας γενικές απαντήσεις για μεγάλα ζητήματα.

Μέχρι να παρουσιάσει καθαρές θέσεις, σαφές πρόγραμμα και αδιαπραγμάτευτες γραμμές σε εθνικά, μεταναστευτικό, οικονομία και συνεργασίες, το κόμμα της θα μοιάζει περισσότερο με απολίτικο κόμμα διαμαρτυρίας, παρά με σοβαρή κυβερνητική εναλλακτική.

About The Author