Η υπόθεση «Zhukov», οι «κουκούλες» και ο γαλάζιος μηχανισμός των social media

Η υπόθεση του λογαριασμού «Georgy Zhukov», δεν είναι απλώς μια ακόμη δικαστική ιστορία από τον άγριο κόσμο του Χ, αλλά ένα πολιτικό επεισόδιο, που φέρνει ξανά στο τραπέζι το ερώτημα: ποιος κινεί, ποιος χρηματοδοτεί και ποιος τελικά ωφελείται από τον στρατό των φιλοκυβερνητικών λογαριασμών στα social media;

Η δικαστική υπόθεση που άνοιξε τη συζήτηση

Το Μονομελές Πρωτοδικείο, καταδίκασε τον Θ. Μ. σε 12 μήνες φυλάκιση και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για συκοφαντική δυσφήμηση της δικηγόρου Γιάννας Κούρτοβικ, κρίνοντας ότι πίσω από τον ψευδώνυμο λογαριασμό «Georgy Zhukov» βρισκόταν ο ίδιος.

Η υπόθεση αφορούσε ανάρτηση του 2020, στις ημέρες της απαγόρευσης της πορείας του Πολυτεχνείου λόγω πανδημίας, με την οποία η γνωστή δικηγόρος εμφανιζόταν, ψευδώς κατά τη δικαστική κρίση, να καθοδηγεί επεισόδια.

Ο Μ., από την πλευρά του, αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε σχέση με τον συγκεκριμένο λογαριασμό ή με κομματικά μισθολόγια, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να τον συνδέουν με προφίλ στα social media. Η επισήμανση αυτή, είναι απαραίτητη για λόγους ακρίβειας και νομικής ασφάλειας: άλλο η πρωτόδικη κρίση και άλλο η τελεσίδικη δικαστική αποτύπωση μιας υπόθεσης.

Από ένα τρολ σε ένα ολόκληρο οικοσύστημα

Το πολιτικό ζήτημα, όμως, δεν εξαφανίζεται. Ο «Zhukov», είχε περιγραφεί επί χρόνια ως ένας από τους πιο γνωστούς και επιδραστικούς φιλοκυβερνητικούς λογαριασμούς στο Χ. Η δράση του φέρεται να εντασσόταν, σύμφωνα με επικριτές της κυβέρνησης, σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα λογαριασμών που αναπαράγουν κυβερνητική γραμμή, επιτίθενται σε αντιπάλους και συχνά μετατρέπουν την πολιτική αντιπαράθεση σε προσωπική στοχοποίηση.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Τα social media δεν είναι πια απλώς χώρος σχολιασμού, αλλά πεδίο πολιτικής μάχης. Ένα hashtag, ένα κομμένο βίντεο, μια συντονισμένη επίθεση ή μια δήθεν «αυθόρμητη» ειρωνεία, μπορούν να αλλάξουν την ατζέντα μέσα σε λίγα λεπτά.

Η αντίφαση με τις «κουκούλες» στο διαδίκτυο

Την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για την ανάγκη να «βγουν οι κουκούλες από το διαδίκτυο», αποφεύγει να δώσει πειστικές πολιτικές απαντήσεις για το πώς λειτούργησαν επί χρόνια λογαριασμοί, που εμφανίζονταν να κινούνται στην ίδια πολιτική συχνότητα με το κυβερνητικό αφήγημα.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, έχει υποστηρίξει ότι η πρόταση δεν αφορά την κατάργηση των ψευδωνύμων, αλλά την ταυτοποίηση, ώστε οι αρχές να γνωρίζουν ποιος βρίσκεται πίσω από ένα προφίλ όταν ερευνάται πιθανό ποινικό αδίκημα. Έχει επίσης απορρίψει τις κατηγορίες περί κυβερνητικής ενορχήστρωσης «στρατιάς τρολ».

Η απάντηση αυτή, ωστόσο, αφήνει ανοιχτό ένα σοβαρό θέμα δημόσιας λογοδοσίας. Διότι όταν μια κυβέρνηση ζητά διαφάνεια για τους ανώνυμους χρήστες, οφείλει πρώτα να δείξει ότι δεν ανέχθηκε, δεν αξιοποίησε και δεν προστάτευσε ένα περιβάλλον ψηφιακής ασυλίας για «δικούς της» λογαριασμούς.

Ανωνυμία ή ασυλία;

Η ανωνυμία στο διαδίκτυο, δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Μπορεί να προστατεύσει πολίτες, εργαζόμενους, θύματα κακοποίησης ή ανθρώπους που φοβούνται αντίποινα.

Γίνεται όμως, πρόβλημα, όταν λειτουργεί ως ασπίδα για συκοφαντίες, απειλές και οργανωμένες επιθέσεις. Άλλο να γράφει κάποιος με ψευδώνυμο επειδή φοβάται την εργοδοσία, την εξουσία ή το κοινωνικό κόστος. Και άλλο να χρησιμοποιεί την ανωνυμία ως εργαλείο, για να κατασκευάζει εντυπώσεις και να χτυπά πρόσωπα χωρίς κόστος.

Η «Ομάδα Αλήθειας» στο επίκεντρο

Στο κάδρο μπαίνει αναπόφευκτα και η «Ομάδα Αλήθειας». Η κυβέρνηση, επιμένει, ότι δεν υπάρχει εργασιακή ή υπαλληλική σχέση της ομάδας με το Μαξίμου ή τη ΝΔ. Μάλιστα, ο Παύλος Μαρινάκης, έχει δηλώσει ότι η «Ομάδα Αλήθειας» λειτουργεί επώνυμα, δεν είναι «κουκούλα» και απλώς αναδεικνύει αντιφάσεις πολιτικών αντιπάλων.

Από την άλλη πλευρά, δημοσιογραφικές έρευνες, έχουν περιγράψει ένα πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σε εταιρεία επικοινωνίας, πρόσωπα με ρόλο στην «Ομάδα Αλήθειας» και στελέχη που πέρασαν από κομματικές, κυβερνητικές ή επικοινωνιακές θέσεις.

Εδώ χρειάζεται προσοχή. Η φιλοκομματική επικοινωνία δεν είναι παράνομη. Ούτε είναι παράνομο να υπάρχουν άνθρωποι που στηρίζουν ανοιχτά ένα κόμμα, μια κυβέρνηση ή έναν πολιτικό αρχηγό. Το ερώτημα, αρχίζει, όταν εμφανίζεται ένα θολό σύστημα ρόλων, αμοιβών, πολιτικής δράσης και ψηφιακής επιρροής.

Το μοτίβο πίσω από τα πρόσωπα

Τα ονόματα, σε αυτή τη συζήτηση, δεν είναι το σημαντικότερο. Το σημαντικό είναι το μοτίβο. Πρόσωπα με εμπειρία σε digital καμπάνιες, άνθρωποι που εμφανίζονται σε βιογραφικά, ως στελέχη στρατηγικής επικοινωνίας, δημιουργοί περιεχομένου, τεχνικοί συνεργάτες, λογογράφοι, σύμβουλοι ή διαχειριστές social media. Κάποιοι με παράλληλη διαδρομή σε κομματικούς μηχανισμούς, πολιτικά γραφεία, κυβερνητικά επιτελεία ή ευρωπαϊκές δομές. Άλλοι με έντονη δημόσια παρουσία υπέρ της κυβέρνησης και συστηματική αναπαραγωγή υλικού από φιλοκυβερνητικές πλατφόρμες.

Αυτό δεν αποδεικνύει αυτομάτως παράνομη πράξη. Αποδεικνύει όμως ότι υπάρχει πολιτικό θέμα. Όταν άνθρωποι της επικοινωνίας, κινούνται ταυτόχρονα, ανάμεσα σε ιδιωτικές εταιρείες, κομματική προπαγάνδα, κυβερνητικές θέσεις και ψηφιακά μέσα επιρροής, ο πολίτης έχει δικαίωμα να ρωτά: ποιος πληρώνει, για ποια εργασία, με ποιο αντικείμενο και με ποια θεσμική διαφάνεια;

Η γκρίζα ζώνη της πολιτικής επικοινωνίας

Ακόμη πιο σοβαρό, είναι το ζήτημα της «γκρίζας ζώνης» ανάμεσα στην πολιτική επικοινωνία και την τοξικότητα. Η φιλοκομματική αρθρογραφία, τα βίντεο, τα memes και η σκληρή κριτική, είναι νόμιμα στοιχεία της δημοκρατικής αντιπαράθεσης.

Άλλο όμως η πολιτική απάντηση και άλλο η λάσπη, άλλο η αποδόμηση επιχειρημάτων και άλλο η αποδόμηση ανθρώπων, άλλο το «δείτε τι έλεγε πριν» και άλλο το «θα τον κάνουμε στόχο μέχρι να σωπάσει».

Η υπόθεση «Zhukov», δείχνει ακριβώς αυτό το όριο. Μια ανάρτηση που δεν περιορίστηκε σε πολιτική διαφωνία, αλλά απέδωσε σε συγκεκριμένο πρόσωπο βαριά συμπεριφορά, κρίθηκε συκοφαντική από το δικαστήριο. Και αυτό αλλάζει την ποιότητα της συζήτησης. Δεν μιλάμε πια μόνο για «έντονο ύφος» ή «τρολάρισμα». Μιλάμε για ευθύνη.

Το πολιτικό βάρος για τη ΝΔ

Το πολιτικό πρόβλημα για τη ΝΔ, είναι ότι η συζήτηση για τις «κουκούλες» έρχεται σε μια στιγμή που μία «κουκούλα», κατά τη δικαστική κρίση, έπεσε.

Και όταν πέφτει μια κουκούλα από λογαριασμό που επί χρόνια θεωρούνταν κομμάτι του φιλοκυβερνητικού οικοσυστήματος, δεν αρκεί η γενική καταδίκη της τοξικότητας. Χρειάζονται καθαρές κουβέντες. Όχι μισόλογα. Όχι συμψηφισμοί με τα τρολ της άλλης πλευράς. Όχι το γνωστό «και οι άλλοι τα ίδια κάνουν».

Διότι όταν κυβερνάς, η ευθύνη είναι μεγαλύτερη. Η εξουσία δεν είναι σχολιαστής στο Χ. Έχει θεσμούς, μηχανισμούς, πρόσβαση, χρήμα, επιρροή. Και όταν γύρω από την εξουσία αναπτύσσεται ένα ψηφιακό περιβάλλον πίεσης, ειρωνείας, στοχοποίησης και μαζικής αναπαραγωγής γραμμής, τότε η πολιτική ευθύνη δεν εξαφανίζεται επειδή δεν υπάρχει επίσημο οργανόγραμμα.

Το ζητούμενο δεν είναι η φίμωση

Η Ελλάδα χρειάζεται ανοιχτό, σκληρό και ελεύθερο δημόσιο διάλογο. Όχι αποστειρωμένο διαδίκτυο. Όχι κρατικό κηδεμόνα πάνω από κάθε χρήστη. Αλλά και όχι οργανωμένους βούρκους που βαφτίζονται «πολιτική επικοινωνία».

Η λύση δεν είναι να φοβηθεί ο πολίτης να γράψει, αλλά να φοβηθεί ο συκοφάντης ότι θα λογοδοτήσει.

Η πολιτική αντιπαράθεση, μπορεί και πρέπει να είναι σκληρή. Ειδικά όταν μιλάμε για θεσμούς, δημόσιο χρήμα, εθνικά θέματα, ακρίβεια, δικαιοσύνη και καθημερινά προβλήματα. Όμως, η σκληρή κριτική, έχει επιχειρήματα. Η λάσπη, έχει στόχους.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό

Η υπόθεση «Zhukov», δεν τελειώνει την ιστορία των τρολ. Την ξεκινά από την αρχή. Γιατί πλέον το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν φιλοκυβερνητικοί λογαριασμοί. Υπάρχουν, λειτουργούν και φαίνονται.

Το ερώτημα, είναι, αν πρόκειται για αυθόρμητους υποστηρικτές, για πολιτικό media brand, για ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο μηχανισμό επιρροής ή για κάτι πιο οργανωμένο και πιο σκοτεινό.

Και αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί με ειρωνείες στο briefing. Ούτε με γενικόλογες εκκλήσεις κατά της τοξικότητας. Απαντιέται με διαφάνεια. Με έλεγχο. Με καθαρή και σαφή διάκριση ανάμεσα στην πολιτική επικοινωνία και τη συκοφαντική επίθεση.

About The Author