Νέα, βαριά τροπή παίρνει σήμερα το σκάνδαλο των υποκλοπών, καθώς το πιο σοβαρό σκέλος της υπόθεσης Predator περνά ξανά στον Άρειο Πάγο. Η έρευνα για ενδεχόμενη κατασκοπεία ανεβαίνει πλέον σε ανώτατο εισαγγελικό επίπεδο, ενώ παράλληλα η Εισαγγελία Πρωτοδικών αναλαμβάνει ξεχωριστά σκέλη της υπόθεσης που αφορούν νέα πρόσωπα, πιθανές συμμετοχές και το αδίκημα της ψευδορκίας.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι μια απλή δικαστική τυπικότητα. Είναι η πιο καθαρή απόδειξη ότι η υπόθεση όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά μπαίνει τώρα σε νέα, βαρύτερη και πολιτικά πιο επικίνδυνη φάση. Το βασικό νέο είναι ότι, μετά τη μελέτη της δικαστικής απόφασης που καταδίκασε τους τέσσερις εμπλεκόμενους επιχειρηματίες για τη δράση του κακόβουλου λογισμικού, η δικογραφία «σπάει» και ανοίγουν νέα επιμέρους μέτωπα έρευνας.
Στην κορυφή αυτών των ερευνών βρίσκεται το αδίκημα της κατασκοπείας. Σύμφωνα με όσα προκύπτουν από το δικαστικό σκεπτικό, η κατεύθυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του Predator: το λογισμικό επέτρεπε απομακρυσμένη πρόσβαση στα αρχεία των συσκευών, με δυνατότητα απόσπασης τεράστιου όγκου δεδομένων μετά τη μόλυνση. Αυτό, σε συνδυασμό με την ιδιότητα ορισμένων θυμάτων, που κατείχαν νευραλγικές θέσεις με πρόσβαση σε ευαίσθητες ή απόρρητες πληροφορίες, οδήγησε το δικαστήριο να ζητήσει να εξεταστεί πλέον ευθέως και η διάσταση της κατασκοπείας.
Με απλά λόγια, η Δικαιοσύνη καλείται τώρα να ερευνήσει αν πίσω από το κύκλωμα των παρακολουθήσεων δεν υπήρχε απλώς μια παράνομη εμπορική δραστηριότητα, αλλά ένας μηχανισμός με χαρακτηριστικά πολύ πιο βαριά, που αγγίζουν τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας, της θεσμικής λειτουργίας και του ίδιου του κράτους δικαίου.
Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η υπόθεση δεν περιορίζεται πλέον στους τέσσερις ήδη καταδικασθέντες. Η δικαστική απόφαση άνοιξε τον δρόμο για έρευνα και σε βάρος επτά ακόμη προσώπων, τα οποία περιγράφονται ως σημαίνοντα στελέχη των εμπλεκόμενων εταιρειών. Κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν απλά εκτελεστικά όργανα, αλλά είχαν πλήρη εικόνα και αποφασιστικές αρμοδιότητες στις επιχειρήσεις που συνδέονται με το Predator. Αυτό σημαίνει ότι ο έλεγχος επεκτείνεται σε ένα ευρύτερο δίκτυο προσώπων που ενδέχεται να είχαν ουσιαστικό ρόλο στη λειτουργία του μηχανισμού.
Η εξέλιξη αυτή είναι πολιτικά εκρηκτική, γιατί αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο το αφήγημα ότι επρόκειτο απλώς για μια «υπόθεση ιδιωτών». Όταν η Δικαιοσύνη ανοίγει έρευνα για κατασκοπεία, για νέα πρόσωπα με αποφασιστικές αρμοδιότητες και για πιθανή συμμετοχή σε βαρύτερες πράξεις, τότε η εικόνα που σχηματίζεται δεν παραπέμπει σε μεμονωμένες πρωτοβουλίες, αλλά σε μηχανισμό με δομή, ρόλους και βάθος.
Την ίδια ώρα, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών παραμένουν άλλα σκέλη της υπόθεσης, τα οποία μόνο δευτερεύοντα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Αντίθετα, είναι κρίσιμα γιατί αφορούν το ενδεχόμενο ψευδών καταθέσεων και προσπάθειας συγκάλυψης. Στο μικροσκόπιο μπαίνει ο εμφανιζόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος εμπλεκόμενης εταιρείας, ο οποίος στο δικαστήριο φέρεται να παραδέχθηκε ότι δεν είχε ουσιαστικό ρόλο, αλλά λειτουργούσε ως «βιτρίνα» ή «αχυράνθρωπος» για λογαριασμό άλλου καταδικασθέντος επιχειρηματία. Με βάση αυτά τα στοιχεία, διερευνάται πλέον όχι μόνο η ψευδής κατάθεση, αλλά και η πιθανή ηθική αυτουργία σε αυτήν.
Ξεχωριστό βάρος έχει και η έρευνα για τον κάτοχο της προπληρωμένης κάρτας από την οποία αγοράστηκαν τα μολυσμένα SMS που εστάλησαν στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη και σε άλλα 24 πρόσωπα. Το στοιχείο αυτό είναι από τα πιο χειροπιαστά σε όλη την υπόθεση, γιατί συνδέει το λογισμικό όχι με αφηρημένα σενάρια, αλλά με συγκεκριμένες αποστολές, συγκεκριμένα πρόσωπα και συγκεκριμένες ενέργειες που πρέπει πλέον να εξηγηθούν πλήρως.
Η νέα αυτή φάση της έρευνας αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα και λόγω του χρόνου. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συνοδεύουν τη δικαστική εξέλιξη, οι διαδικασίες θα πρέπει να κινηθούν με ταχύτητα, καθώς υπάρχει κίνδυνος παραγραφής για ορισμένες πράξεις και για πρόσωπα που μπαίνουν τώρα στο ποινικό κάδρο. Αυτό σημαίνει ότι η καθυστέρηση δεν θα είναι απλώς ένα διοικητικό πρόβλημα. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε δεύτερο σκάνδαλο μέσα στο σκάνδαλο, αν τελικά σοβαρές πράξεις μείνουν χωρίς λογοδοσία λόγω ολιγωρίας.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική διάσταση της σημερινής είδησης. Για μήνες, η κυβέρνηση επιχείρησε να πείσει ότι το θέμα είχε κλείσει, ότι οι ευθύνες ήταν περιορισμένες και ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από τις υποκλοπές ανήκε πλέον στο παρελθόν. Η σημερινή εξέλιξη, όμως, λέει ακριβώς το αντίθετο. Η υπόθεση επιστρέφει στο κέντρο με βαρύτερους όρους, με νέες έρευνες, με νέα πρόσωπα και με σαφή δικαστική παραδοχή ότι υπάρχουν ακόμη σκοτεινές πτυχές που δεν έχουν φωτιστεί.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το σκάνδαλο των υποκλοπών επέστρεψε. Επέστρεψε. Και μάλιστα με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για πολιτική χαλάρωση. Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά η έρευνα θα φτάσει μέχρι τέλους, αν θα αναζητηθούν πραγματικές ευθύνες σε όλο το βάθος της αλυσίδας και αν θα δοθούν επιτέλους απαντήσεις για το ποιος ήξερε, ποιος συντόνιζε, ποιος κάλυπτε και ποιος ωφελήθηκε.
Γιατί μετά τη σημερινή εξέλιξη, ένα πράγμα είναι πλέον καθαρό: το Predator δεν είναι μια υπόθεση που τελείωσε. Είναι μια ανοιχτή πληγή για τη δημοκρατία, για τη διαφάνεια και για την ίδια τη θεσμική αξιοπιστία της χώρας.
