Η «εντεκάδα των επιδοτήσεων», πέρασε σήμερα από την Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής, με τους 11 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται σε μία από τις δικογραφίες για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, να ζητούν την άρση της ασυλίας τους. Η απόφαση της Επιτροπής, ήταν ομόφωνη, και πλέον η τελική πράξη θα παιχτεί στην Ολομέλεια, μετά το Πάσχα, με ονομαστική ψηφοφορία.
Το πολιτικό μήνυμα, πάντως, είναι ήδη βαρύ. Γιατί μπορεί οι συγκεκριμένοι βουλευτές να μην είναι επίσημα καταδικασμένοι ή καν να έχουν κριθεί ένοχοι για οτιδήποτε, όμως το γεγονός και μόνο ότι 11 στελέχη της κυβερνητικής πλειοψηφίας βρίσκονται μέσα σε δικογραφία που σχετίζεται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αρκεί για να περιγράψει το μέγεθος της φθοράς.
Από τους 11, μόνο οι Νότης Μηταράκης και Κώστας Τσιάρας εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως στην Επιτροπή. Οι υπόλοιποι εννέα προτίμησαν την ασφαλή λύση του υπομνήματος. Νόμιμο; Βεβαίως. Πολιτικά άβολο; Ασφαλώς. Διότι όταν η υπόθεση έχει πάρει τέτοια έκταση, η εικόνα εννέα βουλευτών να μιλούν από απόσταση και μόνο δύο να εμφανίζονται δια ζώσης, δεν βοηθά ακριβώς την προσπάθεια να πειστεί η κοινή γνώμη ότι όλα είναι καθαρά και διάφανα.
Οι ίδιοι, ένας προς έναν, αρνούνται οποιαδήποτε παράνομη πράξη και υποστηρίζουν ότι ενήργησαν στο πλαίσιο των κοινοβουλευτικών τους καθηκόντων, μεταφέροντας αιτήματα πολιτών. Με λίγα λόγια, ότι έκαναν «εξυπηρετήσεις», ρουσφέτια. Αυτή είναι η σταθερή τους γραμμή. Ότι δεν υπήρξε τίποτε περισσότερο από πολιτικές παρεμβάσεις για «νόμιμα αιτήματα», για «αδύναμους πολίτες», για «βιοπαλαιστές κτηνοτρόφους», για «περιπτώσεις αδικίας». Μόνο που ακριβώς εκεί βρίσκεται και η ουσία του πολιτικού προβλήματος: όταν σχεδόν κάθε εμπλεκόμενος επικαλείται το ίδιο επιχείρημα, τότε η κυβέρνηση δεν μοιάζει να αντιμετωπίζει μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα εξυπηρετήσεων που βαφτίζεται… «εξυπηρέτηση του πολίτη».
Στη λίστα των 11 περιλαμβάνονται οι Αικατερίνη Παπακώστα, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ιωάννης Κεφαλογιάννης, Νότης Μηταράκης, Κωνσταντίνος Τσιάρας, Κωνσταντίνος Σκρέκας, Δημήτρης Βαρτζόπουλος, Μάξιμος Σενετάκης, Λάκης Βασιλειάδης, Χρήστος Μπουκώρος και Θεόφιλος Λεονταρίδης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει διαβιβαστεί στη Βουλή, οι Παπακώστα και Καραμανλής φέρονται να ελέγχονται για βαρύτερες πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα, ενώ οι υπόλοιποι για πλημμεληματικές πράξεις. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για δικαστική διερεύνηση και όχι για τελεσίδικη κρίση, κάτι που πρέπει να παραμένει απολύτως καθαρό.
Αυτό όμως δεν καθαρίζει την πολιτική εικόνα της κυβέρνησης. Διότι η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ένα ακόμα επεισόδιο κοινοβουλευτικής φασαρίας. Είναι μία ακόμη υπόθεση που χτυπά στον πυρήνα το αφήγημα του «επιτελικού κράτους», της «τάξης», της «σοβαρότητας» και της «θεσμικής κανονικότητας» που διαφημίστηκε όσο λίγα από το Μέγαρο Μαξίμου. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στέλνει δικογραφίες στη Βουλή και η Βουλή καλείται να αποφασίσει για άρση ασυλίας 11 κυβερνητικών βουλευτών, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η κυβέρνηση προσπαθεί ήδη να παρουσιάσει την κίνηση των βουλευτών ως ένδειξη γενναιότητας και διαφάνειας. Όμως η άρση ασυλίας δεν είναι μετάλλιο αθωότητας. Είναι το ελάχιστο που όφειλαν να κάνουν από τη στιγμή που τα ονόματά τους αναφέρονται σε σχετική δικογραφία. Δεν πρόκειται για πράξη αυτοθυσίας, αλλά για υποχρεωτική θεσμική διαδρομή, ώστε να μη φανεί ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία σηκώνει τείχος προστασίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση του Μαξίμου. Από τη μία, κυβερνητικά στελέχη μιλούν για «κανονική διαδικασία» και ζητούν να πέσουν οι τόνοι. Από την άλλη, η ίδια η υπόθεση δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό, αλλά και πολιτικό, ηθικό και βαθιά κυβερνητικό. Γιατί όταν μια ολόκληρη «γαλάζια εντεκάδα» περνά από τον έλεγχο για υπόθεση που αφορά ευρωπαϊκά κονδύλια, το αφήγημα της δήθεν άμεμπτης διαχείρισης πάει περίπατο.
Η τελική απόφαση θα ληφθεί από την Ολομέλεια μετά το Πάσχα. Εκεί η Νέα Δημοκρατία θα κληθεί να αποδείξει ότι δεν αντιμετωπίζει το θέμα ως μια ακόμα ενοχλητική παρένθεση. Γιατί η κοινωνία δεν βλέπει απλώς μια τυπική διαδικασία άρσης ασυλίας. Βλέπει ένα ακόμη κεφάλαιο, σε μια αλυσίδα υποθέσεων, που γεννούν την αίσθηση ότι στο κυβερνητικό στρατόπεδο η λέξη «ευθύνη» ακούγεται συχνά, αλλά εφαρμόζεται σπάνια.
Στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι 11 δηλώνουν αθώοι. Αυτό ήταν αναμενόμενο και είναι δικαίωμά τους. Το ερώτημα είναι πώς μια κυβέρνηση που ήρθε υποτίθεται για να βάλει τέλος στις παλιές παθογένειες, βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με μια υπόθεση που μυρίζει ρουσφέτι, κομματικό δίκτυο και διαχείριση εξουσίας με όρους παρασκηνίου. Και αυτό, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστεί ως διαδικαστική λεπτομέρεια, είναι ήδη βαρύ πολιτικό φορτίο για το Μαξίμου.
