katexaki

Σοβαρές διαστάσεις λαμβάνει νέα καταγγελία που έρχεται στο φως και αφορά τα όσα, σύμφωνα με καταγγελλόμενα, διαδραματίζονταν στο εσωτερικό της Ελληνικής Αστυνομίας.

Σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ του zougla.gr, ανώτερος αξιωματικός, ο οποίος έχει πλέον αποστρατευθεί, περιγράφει ένα σκηνικό ασφυκτικών πιέσεων, υπηρεσιακών μεθοδεύσεων και παρεμβάσεων με στόχο –όπως ο ίδιος υποστηρίζει– να αλλοιωθεί η πραγματική εικόνα της εγκληματικότητας.

Στην αναφορά του, η οποία είχε αποσταλεί τον Δεκέμβριο του 2025 προς τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη και τον αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ., ο καταγγέλλων κάνει λόγο για ξεκάθαρες πιέσεις από ανώτερα κλιμάκια, ώστε να «μαγειρευτούν» τα στατιστικά στοιχεία που αφορούσαν κλοπές, ληστείες και γενικότερα την εγκληματικότητα στην περιοχή ευθύνης του.

Ο συγκεκριμένος αξιωματικός υπηρετούσε έως πρόσφατα ως διευθυντής Ασφάλειας σε νομό της Πελοποννήσου. Όπως αναφέρει, ενώ στις τακτικές μεταθέσεις του Ιουνίου 2025 δεν προβλεπόταν καμία μετακίνησή του, λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Αύγουστο, του ανακοινώθηκε αιφνιδιαστικά ότι μετατίθεται σε άλλον νομό και μάλιστα σε σαφώς υποβαθμισμένη θέση. Σύμφωνα με τα όσα καταγγέλλει, η μετακίνηση αυτή άφηνε ουσιαστικά ακέφαλη την υπηρεσία που διοικούσε.

Ο ίδιος προσέφυγε, όπως είχε δικαίωμα, στη Διεύθυνση Μεταθέσεων ζητώντας να παραμείνει στη θέση του και αναπτύσσοντας αναλυτικά τους λόγους της ένστασής του. Όπως υποστηρίζει, ουδέποτε έλαβε απάντηση. Έτσι, από την 1η Σεπτεμβρίου 2025 θεωρητικά όφειλε να παρουσιαστεί στη νέα του υπηρεσία. Αντί όμως να αποδεχθεί, όπως ο ίδιος λέει, μια «ταπεινωτική υποβάθμιση», επέλεξε να λάβει άδεια και τελικά αποστρατεύθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2025.

Πριν αποχωρήσει από το Σώμα, αποφάσισε να ενημερώσει εγγράφως την πολιτική και φυσική ηγεσία για όλα όσα –κατά τους ισχυρισμούς του– συνέβαιναν στο εσωτερικό της υπηρεσίας του. Και εκεί είναι που οι καταγγελίες αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα.

Σύμφωνα με την αναφορά του, δεχόταν επίμονες πιέσεις να μην καταγράφονται κανονικά συγκεκριμένα αδικήματα, προκειμένου να εμφανίζεται μειωμένη η εγκληματικότητα. Ισχυρίζεται ακόμη ότι υπήρχε απαίτηση ληστείες να εμφανίζονται ως κλοπές αγνώστων δραστών, ενώ γινόταν –πάντα κατά τα καταγγελλόμενα– ιδιαίτερη πίεση να αποτυπώνονται συλλήψεις Ρομά για λόγους στατιστικής εικόνας. Παράλληλα, ο ίδιος αφήνει σαφείς αιχμές ότι σοβαρές υποθέσεις που χειρίστηκαν αστυνομικοί «πάγωσαν» και έμειναν στα συρτάρια.

Εντύπωση προκαλεί και η μετέπειτα αντιμετώπιση της αναφοράς του. Όπως επισημαίνεται, η μόνη απάντηση που εστάλη στις 7 Ιανουαρίου 2026 από τη Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού περιορίστηκε αποκλειστικά στο θέμα της μετάθεσης. Για τις σοβαρές καταγγελίες περί παραποίησης στοιχείων, υπηρεσιακών πιέσεων και πιθανής συγκάλυψης, δεν υπήρξε –σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα– καμία ουσιαστική τοποθέτηση.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, μέχρι σήμερα κανείς από το υπουργείο δεν τον έχει καλέσει προκειμένου να δώσει εξηγήσεις ή να καταθέσει επίσημα για όσα καταγγέλλει. Αντιθέτως, κάνει λόγο για μια «περίεργη σιωπή» που ακολούθησε τις αποκαλύψεις του.

Το ερώτημα, ωστόσο, που τίθεται είναι αν η δυσμενής μεταχείρισή του είχε να κάνει μόνο με τα στατιστικά στοιχεία ή αν υπήρχε και άλλο παρασκήνιο. Τοπικές πηγές από την περιοχή στην οποία υπηρετούσε αναφέρουν ότι ο συγκεκριμένος αξιωματικός είχε συγκροτήσει μια ιδιαίτερα αποτελεσματική ομάδα, η οποία είχε εντείνει σε μεγάλο βαθμό τους ελέγχους και τις επιχειρήσεις κατά της εγκληματικότητας. Μάλιστα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, είχε προχωρήσει και σε εκτεταμένες ενέργειες κατά παράνομων οίκων ανοχής, τους οποίους –όπως ο ίδιος φέρεται να αναφέρει στην επιστολή του– είχε σφραγίσει.

Μέσα σε αυτό το ήδη βαρύ κλίμα, έρχονται να προστεθούν και άλλες επιστολές και αναφορές που κάνουν λόγο για εξωθεσμικές επιρροές, δίκτυα παρεμβάσεων και πρόσωπα που φέρονται να κινούν τα νήματα στο παρασκήνιο της ΕΛ.ΑΣ. Σε μία από αυτές, που επίσης είδε το φως της δημοσιότητας, γίνεται λόγος για θεσμική εκτροπή, για τοποθετήσεις σε καίριες θέσεις με αδιαφανή κριτήρια και για σχέσεις ανάμεσα σε υπηρεσιακά στελέχη, επιχειρηματικούς παράγοντες και πρόσωπα του ποινικού χώρου.

Οι αναφορές αυτές οξύνουν ακόμη περισσότερο το ήδη εκρηκτικό σκηνικό που έχει διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα, με τις καταγγελίες να διαδέχονται η μία την άλλη και τις σκιές να πυκνώνουν γύρω από κρίσιμες αποφάσεις στο εσωτερικό της Αστυνομίας.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι συγκεκριμένες αποκαλύψεις εγείρουν μείζονα ερωτήματα: υπήρξαν πράγματι πιέσεις για παραποίηση της εικόνας της εγκληματικότητας; Χρησιμοποιήθηκαν οι μεταθέσεις ως μέσο τιμωρίας ή εξόντωσης μη αρεστών αξιωματικών; Και γιατί, εφόσον οι καταγγελίες θεωρούνται τόσο σοβαρές, δεν υπήρξε μέχρι σήμερα δημόσια και ξεκάθαρη απάντηση επί της ουσίας;

Η υπόθεση, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πως απέχει πολύ από το να θεωρηθεί λήξασα.

About The Author