Το Ισραήλ, η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων και η ρήξη με την Τουρκία

Η απόφαση της κυβέρνησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου, να αναγνωρίσει επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων, δεν αποτελεί απλά μια ιστορική πράξη δικαίωσης για τον αρμενικό λαό, αλλά μια κίνηση με έντονο γεωπολιτικό αποτύπωμα, που κλείνει έναν κύκλο δεκαετιών στην ισραηλινή εξωτερική πολιτική και ταυτόχρονα, στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα.

Για πρώτη φορά στην ιστορία του κράτους του Ισραήλ, η κυβέρνηση ενέκρινε ομόφωνα την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, υιοθετώντας τον όρο που η Τουρκία απορρίπτει σταθερά εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Η απόφαση, η οποία αναμένεται να επικυρωθεί από την Κνεσέτ (ισραηλινό κοινοβούλιο), χαρακτηρίστηκε από τον υπουργό Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ, ως «ηθικό και ιστορικό καθήκον», υποστηρίζοντας ότι «δεν είναι ποτέ αργά να κάνεις το σωστό».

Η συγκυρία, κάθε άλλο παρά τυχαία δεν είναι. Η αναγνώριση, έρχεται σε μια περίοδο, κατά την οποία οι σχέσεις Ισραήλ και Τουρκίας, βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, μετά από μια μακρά πορεία απομάκρυνσης, που ξεκίνησε πριν από δεκαπέντε χρόνια και κορυφώθηκε μετά τον πόλεμο στη Γάζα.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο γιατί το Ισραήλ αναγνώρισε σήμερα τη Γενοκτονία των Αρμενίων, αλλά γιατί δεν το είχε κάνει μέχρι τώρα.

Μια αναγνώριση που καθυστέρησε περισσότερο από μισό αιώνα

Η διεθνής ιστοριογραφία, αναγνωρίζει σχεδόν ομόφωνα, ότι οι μαζικές εκτοπίσεις και οι σφαγές των Αρμενίων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατά την περίοδο 1915-1917, συνιστούν γενοκτονία. Οι εκτιμήσεις, κάνουν λόγο για περίπου 1,5 εκατομμύριο νεκρούς, ενώ περισσότερες από τριάντα χώρες, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελλάδα και η Κύπρος, έχουν ήδη προχωρήσει σε επίσημη αναγνώριση.

Το Ισραήλ, αποτελούσε μέχρι σήμερα μία από τις πιο χαρακτηριστικές εξαιρέσεις. Η στάση αυτή, προκαλούσε διαχρονικά ερωτήματα. Πώς είναι δυνατόν το κράτος που γεννήθηκε μέσα από τη μνήμη του Ολοκαυτώματος, να αποφεύγει να αναγνωρίσει μια άλλη γενοκτονία; Η απάντηση, δεν βρίσκεται στην ιστορία αλλά στη γεωπολιτική.

Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες ισραηλινές κυβερνήσεις, δεν αμφισβητούσαν τα ιστορικά γεγονότα. Αντίθετα, αρκετοί κορυφαίοι Ισραηλινοί ιστορικοί και πανεπιστημιακοί, χρησιμοποιούσαν εδώ και χρόνια τον όρο «Γενοκτονία των Αρμενίων». Εκείνο που απέτρεπε την επίσημη αναγνώριση, ήταν ο φόβος μιας σοβαρής διπλωματικής ρήξης με την Τουρκία.

Για δεκαετίες, η Άγκυρα αποτελούσε τον σημαντικότερο μουσουλμανικό σύμμαχο του Ισραήλ. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι δύο χώρες είχαν αναπτύξει στενή συνεργασία σχεδόν σε κάθε κρίσιμο τομέα. Οι ισραηλινές αμυντικές βιομηχανίες, αναβάθμιζαν τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη και άρματα μάχης, οι υπηρεσίες πληροφοριών, αντάλλασσαν ευαίσθητα δεδομένα, οι ένοπλες δυνάμεις, πραγματοποιούσαν κοινές ασκήσεις, ενώ οι δύο κυβερνήσεις, συνεργάζονταν στενά απέναντι σε κοινές περιφερειακές απειλές, όπως η Συρία και το Ιράν.

Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, αποτελούσε διαχρονικά μία από τις σημαντικότερες «κόκκινες γραμμές» της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Έτσι, για το Τελ Αβίβ, το κόστος μιας τέτοιας κίνησης, θεωρούνταν μεγαλύτερο από το πολιτικό όφελος.

Πώς κατέρρευσε η ισραηλινοτουρκική σχέση

Η εικόνα αυτή, άρχισε να αλλάζει το 2010. Το σημείο καμπής, θεωρείται, η επιχείρηση των ισραηλινών ειδικών δυνάμεων, στο τουρκικό πλοίο Mavi Marmara, το οποίο επιχειρούσε να σπάσει τον αποκλεισμό της Γάζας και που οδήγησε στον θάνατο Τούρκων ακτιβιστών, προκαλώντας τη σοβαρότερη κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών μέχρι τότε.

Ακολούθησαν περίοδοι σχετικής εξομάλυνσης, όμως ποτέ δεν αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη, που χαρακτήριζε τη δεκαετία του 1990. Παράλληλα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ακολουθούσε μια ολοένα πιο συγκρουσιακή πολιτική απέναντι στο Ισραήλ. Η Τουρκία, αύξησε τις επαφές της με τη Χαμάς, υιοθέτησε ιδιαίτερα σκληρή ρητορική, υπέρ των Παλαιστινίων και επιδίωξε να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου.

Ωστόσο, η πραγματική ρήξη μεταξύ των δύο χωρών, ήρθε μετά την επίθεση της Χαμάς, στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε, στη Λωρίδα της Γάζας. Τότε, η Άγκυρα, κατηγόρησε επανειλημμένα το Ισραήλ για γενοκτονία εναντίον των Παλαιστινίων, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να προχωρά σε εξαιρετικά σκληρές δηλώσεις, συγκρίνοντας Ισραηλινούς αξιωματούχους με στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος.

Η απάντηση του Ισραήλ, ήταν εξίσου επιθετική. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, χαρακτήρισε τον Τούρκο πρόεδρο «αντισημίτη δικτάτορα», ενώ ισραηλινοί αξιωματούχοι, κατηγόρησαν την Άγκυρα ότι παρέχει πολιτική κάλυψη στη Χαμάς. Στο μεταξύ, η Τουρκία, προχώρησε σε αναστολή του διμερούς εμπορίου με το Ισραήλ, επέβαλε περιορισμούς στις θαλάσσιες μεταφορές και περιόρισε σημαντικά τις οικονομικές σχέσεις, μεταξύ των δύο χωρών. Έτσι, στην πράξη, η στρατηγική συμμαχία είχε ήδη καταρρεύσει.

Γιατί η αναγνώριση έγινε τώρα

Η χρονική συγκυρία, δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από ηθικούς ή «ανθρωπιστικούς» λόγους. Oι δηλώσεις του Γκίντεον Σάαρ, περί «ιστορικού καθήκοντος», αποτυπώνουν ασφαλώς μια πραγματική διάσταση της απόφασης, ωστόσο, η εξωτερική πολιτική, σπάνια καθορίζεται αποκλειστικά από ηθικά κριτήρια. Η πραγματικότητα, είναι, ότι το βασικό επιχείρημα κατά της αναγνώρισης, είχε πάψει να υφίσταται.

Για δεκαετίες, όλες οι ισραηλινές κυβερνήσεις, υποστήριζαν ότι μια τέτοια κίνηση, θα προκαλούσε σοβαρή κρίση με την Τουρκία. Σήμερα, όμως, η κρίση υπάρχει και είναι πιό παρούσα από ποτέ. Οι σχέσεις, βρίσκονται στο χειρότερο επίπεδο της σύγχρονης ιστορίας τους. Η πολιτική εμπιστοσύνη, έχει σχεδόν εκμηδενιστεί, οι στρατιωτικές επαφές έχουν παγώσει, η οικονομική συνεργασία, έχει περιοριστεί δραστικά και η δημόσια αντιπαράθεση, μεταξύ των δύο ηγετών, είναι καθημερινή. Με άλλα λόγια, το διπλωματικό κόστος της αναγνώρισης, είναι πλέον, σαφώς μικρότερο από ό,τι πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια.

Παράλληλα, η κυβέρνηση Νετανιάχου, φαίνεται να επιδιώκει να απαντήσει, στις συνεχείς κατηγορίες της Τουρκίας περί γενοκτονίας στη Γάζα, υπενθυμίζοντας ότι, η ίδια η Άγκυρα, εξακολουθεί να αρνείται ένα από τα πλέον τεκμηριωμένα εγκλήματα του 20ού αιώνα. Παρότι ο Γκίντεον Σάαρ, επιμένει ότι η απόφαση δεν αποτελεί πράξη αντιποίνων απέναντι στην Τουρκία, δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει.

Με λίγα λόγια, η αναγνώριση, δεν προκάλεσε την κρίση στις σχέσεις Ισραήλ και Τουρκίας, αλλά ήρθε, να επιβεβαιώσει, ότι η κρίση έχει πλέον παγιωθεί.

Έτσι, αν η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, αποτελεί το τέλος μιας εποχής για την ισραηλινή εξωτερική πολιτική, τότε το επόμενο ερώτημα, είναι τι σημαίνει πρακτικά για τις σχέσεις Ισραήλ και Τουρκίας. Οι περισσότεροι αναλυτές, συμφωνούν, ότι η απόφαση, δεν είναι η αιτία της κρίσης, αλλά η επιβεβαίωση, πως οι δύο χώρες έχουν πλέον απομακρυνθεί στρατηγικά.

Πώς αναμένεται να αντιδράσει η Τουρκία

Η πρώτη αντίδραση της Άγκυρας, αναμένεται να είναι ιδιαίτερα σκληρή. Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα, για το τουρκικό κράτος και καμία κυβέρνηση, ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης, δεν έχει αποδεχθεί ποτέ τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό.

Έτσι, είναι αρκετά πιθανό, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, να προχωρήσει σε έντονες διπλωματικές διαμαρτυρίες, να καλέσει τον Ισραηλινό πρέσβη για εξηγήσεις ή ακόμη και να υποβαθμίσει, περαιτέρω, τις ήδη περιορισμένες διπλωματικές σχέσεις. Παράλληλα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αναμένεται να αξιοποιήσει πολιτικά την απόφαση, παρουσιάζοντάς την, ως μια εχθρική ενέργεια απέναντι στην Τουρκία και επαναφέροντας τις κατηγορίες περί «γενοκτονίας» στη Γάζα.

Ωστόσο, δύσκολα μπορεί να υπάρξει μια πραγματική «ρήξη», διότι, στην πράξη, η σχέση έχει ήδη υποστεί σοβαρό πλήγμα. Οι στρατιωτικές συνεργασίες ανήκουν στο παρελθόν, το εμπόριο έχει περιοριστεί σημαντικά, μετά τις τουρκικές κυρώσεις, που ακολούθησαν τον πόλεμο στη Γάζα και η πολιτική εμπιστοσύνη, βρίσκεται σχεδόν στο μηδέν. Με άλλα λόγια, η αναγνώριση, προσθέτει ακόμη ένα σημείο σύγκρουσης, σε μια σχέση που ήδη χαρακτηρίζεται από βαθιά καχυποψία.

Γιατί το Ισραήλ υποστήριξε το Αζερμπαϊτζάν, στη σύγκρουση με την Αρμενία;

Η απόφαση της κυβέρνησης Νετανιάχου, γεννά εύλογα και ένα ακόμη ερώτημα. Εάν το Ισραήλ, αναγνωρίζει σήμερα τη Γενοκτονία των Αρμενίων, γιατί τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε ένας από τους βασικούς στρατιωτικούς υποστηρικτές του Αζερμπαϊτζάν, στους πολέμους του Ναγκόρνο – Καραμπάχ;

Η απάντηση, βρίσκεται στην ουσία της διεθνούς πολιτικής: τα κράτη, λαμβάνουν αποφάσεις με βάση τα στρατηγικά τους συμφέροντα και όχι αποκλειστικά ιστορικά ή ηθικά κριτήρια.

Το Αζερμπαϊτζάν, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους του Ισραήλ, στην ευρύτερη περιοχή. Για χρόνια, κάλυπτε σημαντικό μέρος των ισραηλινών αναγκών σε πετρέλαιο, ενώ, παράλληλα, εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους πελάτες της ισραηλινής αμυντικής βιομηχανίας. Τα ισραηλινά drones, τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, οι κατευθυνόμενοι πύραυλοι και γενικότερα οι προηγμένοι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις στρατιωτικές επιτυχίες του Αζερμπαϊτζάν, ιδιαίτερα στον πόλεμο του 2020.

Όμως, το σημαντικότερο στοιχείο βρίσκεται αλλού. Ο πραγματικός λόγος, λέγεται Ιράν. Το Αζερμπαϊτζάν, συνορεύει με το Ιράν, τον σημαντικότερο στρατηγικό αντίπαλο του Ισραήλ, στη Μέση Ανατολή. Για το Τελ Αβίβ, η συνεργασία με το Μπακού, δεν αφορά μόνο το εμπόριο όπλων ή την ενέργεια, αλλά, αποτελεί βασικό πυλώνα της πολιτικής ανάσχεσης της ιρανικής επιρροής.

Η γεωγραφική θέση του Αζερμπαϊτζάν, προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, στις ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών, ενώ η στενή συνεργασία των δύο χωρών, λειτουργεί ως αντίβαρο στην επιρροή της Τεχεράνης στον Νότιο Καύκασο.

Αυτός είναι και ο λόγος, που η σημερινή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, δεν αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά τις σχέσεις Ισραήλ–Αζερμπαϊτζάν. Το Μπακού, πιθανότατα θα εκφράσει τη δυσαρέσκειά του, όμως δύσκολα θα διακινδυνεύσει μια στρατηγική συνεργασία, που εξυπηρετεί ζωτικά συμφέροντα και των δύο πλευρών.

Η εξέλιξη, αυτή αναδεικνύει μια διαχρονική πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων: Οι ιστορικές αναγνωρίσεις, δεν συνεπάγονται αυτόματα αλλαγή στρατηγικών συμμαχιών.

Τι σημαίνει η εξέλιξη για την Ελλάδα και την Κύπρο

Η απόφαση του Ισραήλ, έχει ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι τρεις χώρες, έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια, μια στενή συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, της άμυνας και της περιφερειακής ασφάλειας. Οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, οι ενεργειακές πρωτοβουλίες στην Ανατολική Μεσόγειο και ο συνεχής πολιτικός διάλογος, έχουν δημιουργήσει έναν σταθερό άξονα συνεργασίας.

Η περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας, ενδέχεται να ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή τη συνεργασία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο, κατά την οποία, η Ανατολική Μεσόγειος, παραμένει περιοχή έντονου ανταγωνισμού. Αυτό, δεν σημαίνει απαραίτητα, ότι το Ισραήλ, επιδιώκει την πλήρη απομόνωση της Τουρκίας. Η ισραηλινή διπλωματία, παραδοσιακά, επιδιώκει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, ακόμη και με χώρες με τις οποίες διαφωνεί έντονα. Ωστόσο, είναι πλέον σαφές, ότι το Τελ Αβίβ, δεν αντιμετωπίζει την Άγκυρα, ως τον στρατηγικό εταίρο, που αποτελούσε πριν από δύο δεκαετίες.

Μπορεί να αποκατασταθούν οι σχέσεις;

Η ιστορία, δείχνει ότι Ισραήλ και Τουρκία, έχουν επανειλημμένα καταφέρει να ξεπεράσουν σοβαρές κρίσεις. Μετά το επεισόδιο του Mavi Marmara, χρειάστηκαν χρόνια για να αποκατασταθούν οι διπλωματικές σχέσεις, ενώ το 2022 υπήρξε μια νέα προσπάθεια εξομάλυνσης. Σήμερα, όμως, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη.

Δεν υπάρχει μόνο η διαφωνία για τη Γάζα. Υπάρχουν, επίσης, οι διαφορετικές προσεγγίσεις για τη Συρία, η αντιπαράθεση στην Ανατολική Μεσόγειο, οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Χαμάς, η διαρκής σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το Ιράν και πλέον, η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Ακόμη κι αν υπάρξει κάποια μελλοντική προσπάθεια επαναπροσέγγισης, θα χρειαστεί σημαντικός χρόνος για να αποκατασταθεί το επίπεδο εμπιστοσύνης, που υπήρχε κάποτε.

Η μεγάλη εικόνα

Η απόφαση της 28ης Ιουνίου 2026, δεν αλλάζει μόνο μια ιστορική θέση του Ισραήλ. Αλλάζει και τον τρόπο, με τον οποίο, η χώρα αντιλαμβάνεται τις προτεραιότητές της στην περιοχή. Για δεκαετίες, η προστασία των σχέσεων με την Τουρκία, αποτελούσε επαρκή λόγο, ώστε το Τελ Αβίβ, να αποφεύγει μια επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Σήμερα, αυτή η λογική φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί.

Η κυβέρνηση Νετανιάχου, εκτιμά ότι η σχέση με την Άγκυρα, έχει ήδη υποστεί τέτοια φθορά, ώστε το διπλωματικό κόστος της αναγνώρισης, να είναι πλέον διαχειρίσιμο. Παράλληλα, η απόφαση αυτή, επιτρέπει στο Ισραήλ, να ευθυγραμμιστεί, με τη θέση δεκάδων δυτικών κρατών, που έχουν ήδη αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων.

Την ίδια στιγμή, αποδεικνύεται, ότι η εξωτερική πολιτική, δεν κινείται με απόλυτους ηθικούς κανόνες. Το Ισραήλ, μπορεί να αναγνωρίζει σήμερα τη Γενοκτονία των Αρμενίων, αλλά δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τη στρατηγική συνεργασία του με το Αζερμπαϊτζάν, καθώς, αυτή συνδέεται άμεσα, με την ανάσχεση της ιρανικής επιρροής και την εθνική του ασφάλεια.

Συμπέρασμα

Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, αποτελεί μια ιστορική καμπή, τόσο για το Ισραήλ όσο και για την ευρύτερη περιοχή. Διορθώνει μια εκκρεμότητα δεκαετιών, αλλά ταυτόχρονα, σηματοδοτεί μια νέα φάση στις σχέσεις Ισραήλ – Τουρκίας.

Η Άγκυρα, χάνει έναν ακόμη λόγο, να πιστεύει ότι το Ισραήλ, θα συνεχίσει να λαμβάνει υπόψη τις ευαισθησίες της, σε κρίσιμα ζητήματα ιστορικής μνήμης. Το Τελ Αβίβ, από την πλευρά του, δείχνει ότι είναι πλέον διατεθειμένο, να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας απόφασης, κρίνοντας πως η στρατηγική πραγματικότητα στην περιοχή έχει αλλάξει οριστικά.

Η 28η Ιουνίου 2026, πιθανότατα θα καταγραφεί, όχι μόνο ως η ημέρα που το Ισραήλ, αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων, αλλά και ως η στιγμή, που επιβεβαιώθηκε ότι η εποχή της ειδικής σχέσης Ισραήλ – Τουρκίας, ανήκει πλέον στο παρελθόν.

About The Author