Η επιστροφή των δύο «Ζωντανών Νεκρών» και η «ανακύκλωση πολιτικών» που βαφτίζεται ανανέωση

Υπάρχουν στιγμές, κατά τις οποίες ένα πολιτικό σύστημα, αποκαλύπτει, χωρίς καν να το επιδιώκει, τα όριά του. Όχι μέσα από τις επιτυχίες του, αλλά μέσα από τις επιλογές του. Και η σημερινή συγκυρία, μοιάζει να είναι μία από αυτές τις στιγμές.

Την ώρα που η ελληνική κοινωνία, αναζητά νέες πολιτικές εκφράσεις, νέα πρόσωπα και κυρίως μια διαφορετική προοπτική για το μέλλον, το πολιτικό σκηνικό μοιάζει να επιστρέφει διαρκώς στα ίδια αποτυχημένα υλικά. Η ίδρυση του νέου πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα και τα ολοένα πυκνότερα σενάρια για την ίδρυση κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, δεν συνιστούν απλώς δύο ξεχωριστές πολιτικές εξελίξεις. Συνθέτουν μια κοινή εικόνα: την επιστροφή δύο πρώην πρωθυπουργών, που έχουν ήδη κυβερνήσει, έχουν ήδη δοκιμαστεί και έχουν ήδη κριθεί από την κοινωνία, αλλά εμφανίζονται ξανά, ως παράγοντες των μελλοντικών εξελίξεων.

Το γεγονός αυτό, από μόνο του, γεννά εύλογα ερωτήματα. Όχι επειδή είναι παράξενο για έναν πολιτικό να επιδιώκει την επιστροφή του στην ενεργό δράση, αλλά επειδή προκαλεί απορία, η προθυμία με την οποία τμήματα του πολιτικού και μηντιακού συστήματος, προωθούν την επαναφορά προσώπων, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν πολιτικά τελειωμένα. Η εντύπωση που δημιουργείται, είναι, ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο Αντώνης Σαμαράς, δεν επανέρχονται επειδή η κοινωνία τους ζητά επιτακτικά, αλλά επειδή εξακολουθούν να θεωρούνται χρήσιμοι, για συγκεκριμένες πολιτικές ισορροπίες και «μαγειρέματα».

Όταν το πολιτικό σύστημα αναζητά εφεδρείες

Η ελληνική πολιτική ιστορία, είναι γεμάτη από «επιστροφές». Ωστόσο, οι περισσότερες, προέκυπταν όταν υπήρχε κοινωνική απαίτηση ή όταν εμφανιζόταν ένα πραγματικό πολιτικό κενό. Στη σημερινή συγκυρία, συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Οι δύο πρώην πρωθυπουργοί, δεν επιστρέφουν επειδή εκπροσωπούν κάτι νέο, αλλά επειδή μπορούν να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες λειτουργίες, μέσα σε ένα πολιτικό σκηνικό, που αναζητά ισορροπίες. Η επανεμφάνισή τους μοιάζει περισσότερο με ανακύκλωση γνώριμων προσώπων παρά με ανανέωση του δημόσιου βίου.

Ο μύθος του «ανυποχώρητου» Σαμαρά και η σύγκρουση με την πραγματικότητα

Ο Αντώνης Σαμαράς, υπήρξε ίσως ο πολιτικός, που όσο κανείς άλλος κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, ταυτίστηκε με την έννοια του πατριώτη πολιτικού της ελληνικής Λαϊκής Δεξιάς. Η σύγκρουσή του με την κυβέρνηση Μητσοτάκη το 1993 για το Μακεδονικό, η ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης και η μετέπειτα επιστροφή του στη Νέα Δημοκρατία, δημιούργησαν γύρω από το όνομά του μια εικόνα πολιτικής αδιαλλαξίας στα εθνικά ζητήματα. Για πολλούς ψηφοφόρους της λαϊκής δεξιάς, ο Σαμαράς, υπήρξε για χρόνια το πρόσωπο που υποτίθεται ότι δεν θα έκανε πίσω εκεί όπου άλλοι συμβιβάζονταν. Ωστόσο, η συνολική αποτίμηση της πολιτικής του διαδρομής, οδηγεί πολλούς από εκείνους τους ίδιους ψηφοφόρους, σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα.

Από τα αντιμνημόνια, στα μνημόνια

Η πραγματικότητα, είναι, ότι οι μεγάλες πολιτικές υποσχέσεις που συνόδευσαν την άνοδό του στην εξουσία, συγκρούστηκαν βίαια με τις επιλογές που ακολούθησαν. Ο πολιτικός, που είχε καταγγείλει τις μνημονιακές πολιτικές, ως αδιέξοδες, βρέθηκε να εφαρμόζει μνημόνια. Ο πολιτικός, που υποσχόταν επαναδιαπραγμάτευση και αλλαγή πορείας, συνέχισε επί της ουσίας την ίδια στρατηγική που προηγουμένως κατήγγελλε. Έτσι, για ένα μεγάλο τμήμα της Δεξιάς βάσης, εκείνη ήταν η στιγμή, που κατέρρευσε οριστικά η εικόνα του πολιτικού που συγκρούεται με το σύστημα.

Οι διαφωνίες που έμειναν στα λόγια

Αυτή η απογοήτευση, ενισχύθηκε τα επόμενα χρόνια, από μια σειρά επιλογών, που απομάκρυναν ακόμη περισσότερο τον πρώην πρωθυπουργό, από το κοινό στο οποίο παραδοσιακά απευθυνόταν. Ο αντιρατσιστικός νόμος, η συνολική διαχείριση της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής και κυρίως, η στάση που τήρησε απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, δημιούργησαν την αίσθηση ότι οι ηχηρές διαφοροποιήσεις του, εξαντλούνταν συχνά σε επίπεδο ρητορικής. Διότι, όσο σκληρές κι αν ήταν κατά καιρούς οι δημόσιες παρεμβάσεις του, η πραγματικότητα, είναι, ότι η τωρινή κυβέρνηση, δεν βρέθηκε ποτέ αντιμέτωπη με μια οργανωμένη εσωκομματική αμφισβήτηση υπό την ηγεσία του.

Ένα κόμμα για να ανακόψει τον πατριωτικό χώρο;

Γι’ αυτό και πολλοί παρατηρητές, βλέπουν πίσω από το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, έναν πολύ συγκεκριμένο πολιτικό στόχο. Όχι την ανατροπή του σημερινού συστήματος εξουσίας, αλλά τη διαχείριση των απωλειών του. Σε μια περίοδο, κατά την οποία η Ελληνική Λύση και γενικότερα ο πατριωτικός χώρος, εμφανίζουν αυξημένη επιρροή, ένα κόμμα Σαμαρά, θα μπορούσε δυνητικά, να λειτουργήσει ως μηχανισμός ανάσχεσης αυτής της δυναμικής, συγκρατώντας ψηφοφόρους που απομακρύνονται από τη Νέα Δημοκρατία χωρίς όμως να μετακινούνται σε πιο σκληρές αντισυστημικές επιλογές.

Ο άνθρωπος που υποσχέθηκε την ανατροπή

Αν ο Σαμαράς εμφανίζεται ως πιθανό ανάχωμα στα δεξιά, ο Αλέξης Τσίπρας, μοιάζει να προορίζεται για έναν διαφορετικό, αλλά εξίσου χρήσιμο ρόλο. Ο αριστερός πρώην πρωθυπουργός, παραμένει μία από τις πιο πολωτικές προσωπικότητες της μεταπολιτευτικής περιόδου και κουβαλά ένα πολιτικό παρελθόν, που δύσκολα μπορεί να διαγραφεί από τη συλλογική μνήμη.

Το 2015 που δεν ξεχάστηκε ποτέ

Οι υποσχέσεις, περί κατάργησης των μνημονίων, η περιβόητη «σκληρή διαπραγμάτευση», το δημοψήφισμα, τα capital controls και η τελική υπογραφή νέου μνημονίου, συνθέτουν μια πολιτική κληρονομιά, από την οποία ο Τσίπρας δεν κατάφερε ποτέ να απαλλαγεί. Έτσι, για πολλούς πολίτες, η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του χάσματος ανάμεσα στις προεκλογικές υποσχέσεις και την κυβερνητική πραγματικότητα.

Οι Πρέσπες, το Μάτι και το πολιτικό βάρος

Στο πολιτικό αυτό φορτίο, προστέθηκαν οι Πρέσπες, που για μεγάλο μέρος των πατριωτών ψηφοφόρων, συνιστούν ακόμη και σήμερα, μία από τις μεγαλύτερες εθνικές υποχωρήσεις της μεταπολίτευσης, καθώς και η τραγωδία στο Μάτι, η οποία τραυμάτισε ανεπανόρθωτα, την εικόνα της κυβέρνησής του. Όταν, μάλιστα, ακολούθησαν οι διαδοχικές εκλογικές ήττες και η αδυναμία του να συγκροτήσει μια πειστική αντιπολιτευτική πρόταση, απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη, πολλοί θεώρησαν, ότι ο πολιτικός κύκλος του είχε ουσιαστικά κλείσει.

Ο ιδανικός αντίπαλος για το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος»

Κι όμως, σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει. Και η επιστροφή του, ερμηνεύεται από αρκετούς, όχι ως απειλή για το υπάρχον πολιτικό σύστημα, αλλά ως στοιχείο σταθεροποίησής του. Διότι ο Τσίπρας, εξακολουθεί να αποτελεί τον ιδανικό αντίπαλο για τη Νέα Δημοκρατία. Είναι το πρόσωπο, που επιτρέπει την αναβίωση του παλιού διλήμματος «Μητσοτάκης ή χάος», ενός διλήμματος που έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό, στην κινητοποίηση του κεντρώου και κεντροδεξιού ακροατηρίου.

Οι χρήσιμοι «νεκροί» του πολιτικού συστήματος

Η ουσία, βρίσκεται ακριβώς εδώ. Ο Σαμαράς και ο Τσίπρας, εμφανίζονται ως αντίθετοι πόλοι του πολιτικού φάσματος, ωστόσο, η επανεμφάνισή τους εξυπηρετεί την ίδια ανάγκη: τη συντήρηση ενός συστήματος που δυσκολεύεται να παράγει νέα πρόσωπα, νέα αφηγήματα και νέες πολιτικές ισορροπίες. Ο ένας, εμφανίζεται ως ανάχωμα στον πατριωτικό χώρο. Ο άλλος, ως χρήσιμος «μπαμπούλας», απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Και οι δύο παρουσιάζονται ως λύσεις, παρότι έχουν ήδη κυβερνήσει και έχουν ήδη κριθεί από τον ελληνικό Λαό.

Γι’ αυτό, η συζήτηση, δεν αφορά τόσο τους ίδιους, όσο το γιατί επανέρχονται τώρα στο προσκήνιο. Διότι, όταν το μέλλον μιας χώρας, μοιάζει να εξαρτάται διαρκώς από πολιτικούς, που έχουν ήδη κυβερνήσει, έχουν ήδη αποτύχει να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους και έχουν ήδη κριθεί από τους πολίτες, τότε το πρόβλημα δεν είναι η επιστροφή των προσώπων. Είναι η αδυναμία του πολιτικού συστήματος, να ξεφύγει από το παρελθόν του.

About The Author