Από τις 13 Απριλίου 2026, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλλει πλήρη ναυτικό αποκλεισμό, στα ιρανικά λιμάνια και τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης, είναι η απώλεια για το Ιράν, σχεδόν 5 δισ. δολαρίων σε έσοδα, από εξαγωγές πετρελαίου — μέχρι στιγμής.
Οι αριθμοί, είναι αποκαλυπτικοί: 31 δεξαμενόπλοια, φορτωμένα με 53 εκατομμύρια βαρέλια ιρανικού αργού πετρελαίου, είναι εγκλωβισμένα στον Κόλπο, ενώ 45 εμπορικά πλοία, έχουν λάβει εντολή να αλλάξουν πορεία από τις αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις και δύο πλοία έχουν ήδη κατασχεθεί. Παράλληλα, η κυκλοφορία στο Στενό, έχει καταρρεύσει: από τα 3.000 πλοία τον μήνα, σήμερα περνούν μόλις λίγα, ημερησίως.
Η πίεση αυτή, ήδη έχει αρχίσει να δείχνει αποτελέσματα. Με τις χερσαίες εγκαταστάσεις αποθήκευσης να πλησιάζουν στον κορεσμό, το Ιράν έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί παλαιότερα δεξαμενόπλοια ως πλωτές αποθήκες, ενώ σύμφωνα με το Bloomberg, έχει ήδη αρχίσει να μειώνει την παραγωγή του, ως προληπτικό μέτρο. Αναλυτές, εκτιμούν, ότι το Ιράν έχει περίπου έναν μήνα περιθώριο, πριν εξαντληθεί η αποθηκευτική του ικανότητα εντελώς. Μετά, θα πρέπει να κλείσουν οι πετρελαιοπηγές.
«Σαν πειρατές» — Ο Τραμπ και η λογική της Ισχύος
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Αμερικανός πρόεδρος για να περιγράψει τις επιχειρήσεις, δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Μιλώντας σε συγκέντρωση στη Φλόριντα, ο Ντόναλντ Τραμπ περιέγραψε την κατάσχεση ιρανικών πλοίων, ως «εξαιρετικά επικερδή επιχείρηση» και χαρακτήρισε τη δράση του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, με μια λέξη: πειρατεία. «Είμαστε κάπως σαν πειρατές. Αλλά δεν παίζουμε παιχνίδια», είπε στο εκστασιασμένο ακροατήριό του.
Αυτή η ρητορική —εσκεμμένα προκλητική, μα απροκάλυπτα εμπορική— αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη λογική: ο αποκλεισμός, δεν παρουσιάζεται μόνο ως στρατιωτική ανάγκη, αλλά και ως κερδοφόρα επιχείρηση. Το Πεντάγωνο, από την πλευρά του, επιμένει στην επίσημη γλώσσα: ο αποκλεισμός «λειτουργεί με πλήρη ισχύ» και επιφέρει «καταστροφικό πλήγμα στην ικανότητα του ιρανικού καθεστώτος να χρηματοδοτεί την τρομοκρατία».
Παράλληλα, το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, έσφιξε τη θηλιά περαιτέρω, προειδοποιώντας ναυτιλιακές εταιρείες ότι θα αντιμετωπίσουν κυρώσεις, αν καταβάλουν στο Ιράν διόδια για ασφαλή διέλευση από τα Στενά. Η απαγόρευση, αφορά ακόμη και πληρωμές σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, ανταλλαγές σε είδος, ακόμη και φιλανθρωπικές δωρεές, ενώ ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, μίλησε για «αδιάλειπτη καταδίωξη» κάθε οντότητας που επιχειρεί να βοηθήσει την Τεχεράνη να παρακάμψει τις κυρώσεις.
Η ιρανική απάντηση και η «Μεγάλη Απόδραση»
Η Τεχεράνη, δεν έμεινε άπραγη. Από την έναρξη του πολέμου τον Φεβρουάριο, το Ιράν διατηρεί ισχυρό έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, μια υδάτινη αρτηρία από την οποία διέρχεται το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Τεχεράνη, έχει κατασχέσει πλοία, χτυπήσει στόχους σε Ισραήλ και Κόλπο, και εισπράττει διόδια από πλοία που επιθυμούν ασφαλή διέλευση, κάτι που η Ουάσινγκτον χαρακτηρίζει «εκβιασμό» και εκείνη «κυριαρχικό δικαίωμα».
Στο μεταξύ, ορισμένα ιρανικά δεξαμενόπλοια, επιχειρούν να δραπετεύσουν από τον αποκλεισμό, ακολουθώντας μακρινές παράκτιες διαδρομές κατά μήκος Πακιστάν και Ινδίας, με προορισμό τα Στενά της Μάλακα και από εκεί την Κίνα. Ο Samir Madani, συνιδρυτής του TankerTrackers.com, εκτιμά ότι η επόμενη κίνηση του Ιράν, θα είναι μια συντονισμένη νυχτερινή «Μεγάλη Απόδραση». Μαζική απόπειρα, δλαδή, διαφυγής δεκάδων πλοίων ταυτόχρονα, μόλις συσσωρευτούν αρκετά αποθέματα κοντά στα σύνορα με το Πακιστάν. Ήδη, δώδεκα δεξαμενόπλοια είναι ήδη αγκυροβολημένα ανοιχτά του λιμανιού Τσαμπαχάρ, σε αναμονή.
Η ιρανική ηγεσία, δηλώνει ότι δεν έχει δει αντίστοιχη ευελιξία, από την αμερικανική πλευρά. «Κάθε φορά που το Ιράν μείωνε τις απαιτήσεις του, οι Αμερικανοί γίνονταν πιο επιθετικοί», μετέδωσε ανταποκριτής του Al Jazeera από την Τεχεράνη. Το ιρανικό στρατιωτικό επιτελείο έχει εκδώσει ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία η επανέναρξη του πολέμου κρίνεται πιθανή.
Οι συνέπειες για τον υπόλοιπο κόσμο
Η αντιπαράθεση στα Στενά, δεν είναι ένα τοπικό γεωπολιτικό παιχνίδι. Oι επιπτώσεις της, φτάνουν μακριά. Ο πληθωρισμός στο Ιράν έχει ξεπεράσει το 50%, αλλά τα ανθρωπιστικά προβλήματα επεκτείνονται πολύ πέρα από τα ιρανικά σύνορα.
Ενδεικτικά, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), προειδοποίησε ότι το κλείσιμο των θαλάσσιων διαδρομών, έχει αναγκάσει στη χρήση μακρύτερων και δαπανηρότερων εναλλακτικών. Έτσι, το κόστος παράδοσης ανθρωπιστικής βοήθειας στο Σουδάν, που βρίσκεται στον τέταρτο χρόνο εμφυλίου, έχει διπλασιαστεί, καθώς η εκτροπή γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, προσθέτει έως 25 ημέρες στον χρόνο παράδοσης. Η παγκόσμια αγορά ενέργειας, η τροφοδοσία φαρμάκων και τεχνολογικού εξοπλισμού σε δεκάδες χώρες, όλα επηρεάζονται άμεσα.
Διαπραγματεύσεις στο χείλος της αβύσσου
Παρά την εκεχειρία της 8ης Απριλίου και τις συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ, με μεσολάβηση του Πακιστάν, καμία μακροπρόθεσμη λύση δεν έχει επιτευχθεί. Ο Τραμπ, απέρριψε την τελευταία ιρανική πρόταση με λιτά λόγια: «Ζητούν πράγματα που δεν μπορώ να συμφωνήσω». Μάλιστα, πήγε ακόμη πιο μακριά, αμφισβητώντας μέχρι και την ίδια την επιθυμία για συμφωνία: «Ίσως τελικά είμαστε καλύτερα χωρίς καμία συμφωνία», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η εικόνα στο Κογκρέσο, δεν είναι λιγότερο περίπλοκη. Η 1η Μαΐου, ήταν η προθεσμία, βάσει του Νόμου Εξουσιοδότησης Πολεμικών Δυνάμεων του 1973, για να ζητήσει ο Τραμπ έγκριση από το Κογκρέσο, για τη συνέχεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Πέρασε, χωρίς καμία ενέργεια. Ο πρώην πρεσβευτής, Ντάγκλας Σίλιμαν, χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Τραμπ, ότι «επαναπροσδιορίζει το χρονοδιάγραμμα του πολέμου», για να αποφύγει τη νομική υποχρέωση. Μια τακτική που, όπως επισημαίνει, δεν θα αντέξει επ’ αόριστον.
«Ψυχρός πόλεμος» με «ζεστό πετρέλαιο»
Αυτό που εκτυλίσσεται στα Στενά του Ορμούζ, δεν είναι απλώς μια σειρά ναυτικών επιχειρήσεων, αλλά ένας πόλεμος εξάντλησης, που διεξάγεται με οικονομικά εργαλεία. Και οι δύο πλευρές, χρησιμοποιούν αποκλεισμούς για να «πνίξουν» η μία την άλλη, και οι δύο αξιώνουν νίκη, και καμία δεν φαίνεται έτοιμη να υποχωρήσει.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό, είναι ποιος θα σπάσει πρώτος. Η ιρανική οικονομία, κάτω από το βάρος των κυρώσεων και της αποθηκευτικής κρίσης, ή η αμερικανική πολιτική βούληση, απέναντι σε έναν πόλεμο που δεν έχει εγκρίνει το Κογκρέσο, δεν υποστηρίζει ο ΟΗΕ, και ο κόσμος παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία; Ίδωμεν!
