Πράσινη ενέργεια ή… πράσινη απάτη; Ενώ η Ελλάδα μετρά περίπου 4,6 εκατομμύρια καμένα στρέμματα κατά την επταετία Μητσοτάκη, η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι επιταχύνει την «πράσινη μετάβαση». Την ίδια στιγμή, οι αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών για αδειοδοτήσεις έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας μετά από μεγάλες πυρκαγιές, οι καταγγελίες για ελλιπή διαφάνεια και η στενή σχέση της πολιτικής εξουσίας με ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους του ενεργειακού τομέα, τροφοδοτούν ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: εφαρμόζεται μια ενεργειακή πολιτική με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον ή ένα οικονομικό μοντέλο χωρίς λογοδοσία και διαφάνεια, που εξυπηρετεί τους λίγους;
Η επταετία της καμένης γης
Από τον Ιούλιο του 2019 έως τον Αύγουστο του 2026, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή ακολουθία καταστροφικών πυρκαγιών. Δάση, καλλιέργειες, βοσκότοποι, προστατευόμενες περιοχές και περιουσίες παραδόθηκαν στις φλόγες.
Οι καλύτερα συγκρίσιμες διαθέσιμες δορυφορικές καταγραφές, ανεβάζουν τη συνολική καμένη έκταση σε περίπου 4.645.000 στρέμματα, ενώ μόνο στην Αττική, την ίδια περίοδο, κάηκαν περίπου 732.000 στρέμματα.

Τα στοιχεία, αφορούν κυρίως τις πυρκαγιές περίπου 300 στρεμμάτων και άνω που χαρτογραφεί το ευρωπαϊκό σύστημα EFFIS. Το 2019 περιλαμβάνεται ολόκληρο, καθώς η ευρωπαϊκή βάση δεν δίνει ειδικό άθροισμα από την 1η Ιουλίου. Το EFFIS επιβεβαιώνει, μεταξύ άλλων, 10.736 εκτάρια καμένης γης το 2019 και 14.915 εκτάρια το 2020.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι δύο χειρότερες χρονιές ήταν το 2021 και το 2023. Η Βόρεια Εύβοια, η Βαρυμπόμπη, τα Βίλια και τα Γεράνεια σημάδεψαν το 2021. Δύο χρόνια αργότερα, η Δαδιά, ο Έβρος, η Ρόδος και η Πάρνηθα βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας ακόμη μεγαλύτερης καταστροφής.
Η απάντηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, επαναλαμβάνεται σχεδόν απαράλλακτη: Ακραίες θερμοκρασίες, ξηρασία, ισχυροί άνεμοι και κλιματική κρίση. Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι πραγματικοί, ωστόσο, δεν αρκούν για να απαλλάξουν μια κυβέρνηση επτά ετών, από την ευθύνη της πρόληψης, της δασοπροστασίας, της στελέχωσης των υπηρεσιών και της έγκαιρης εκτέλεσης αντιπυρικών έργων.
Καλημέρα σε όλες και όλους. Θέλω να ξεκινήσω με τις πρώτες μεγάλες πυρκαγιές αυτού του καλοκαιριού. Οι ημέρες αυτές είναι εξαιρετικά δύσκολες για τη χώρα μας, με ακραίες μετεωρολογικές συνθήκες και ανέμους που σε πολλές περιοχές έφτασαν ακόμη και τα 10 μποφόρ. Οι συνθήκες αυτές… pic.twitter.com/muElrv7AXP
— Prime Minister GR (@PrimeministerGR) August 2, 2026
Ο απολογισμός της επταετίας Μητσοτάκη
2019 – 107.400 στρέμματα
Έναρξη της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.
2020 – 149.200 στρέμματα
O μηχανισμόw πρόληψης παρέμεινε χωρίς ουσιαστική μεταρρύθμιση.
2021 – 1.307.400 στρέμματα
Βόρεια Εύβοια, Βαρυμπόμπη, Βίλια, Γεράνεια, με πυρκαγιές που αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές των τελευταίων δεκαετιών.
2022 – 224.800 στρέμματα
Ηπιότερος συνολικός απολογισμός, χωρίς ωστόσο να εξαλειφθούν οι χρόνιες αδυναμίες.
2023 – 1.747.700 στρέμματα
Δαδιά, Έβρος, Ρόδος, Πάρνηθα. Η μεγαλύτερη ετήσια καμένη έκταση της επταετίας.
2024 – 419.500 στρέμματα
Μεγάλη πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική και νέα πίεση στα ήδη εξαντλημένα δασικά οικοσυστήματα.
2025 – 478.200 στρέμματα
Η καταστροφή συνεχίζεται, παρά τις διαβεβαιώσεις για ενισχυμένο μηχανισμό Πολιτικής Προστασίας.
2026 – 211.200 στρέμματα έως τις 3 Αυγούστου
Νέα μέτωπα σε Αττική, Βοιωτία και άλλες περιοχές, με τον ετήσιο απολογισμό να παραμένει προσωρινός.
Το «επιτελικό κράτος» που τρέχει πίσω από τις φωτιές
Η κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη, παρουσιάζει ως μεγάλη επιτυχία την αγορά και τη μίσθωση εναέριων μέσων, την αποστολή μηνυμάτων από το 112 και τη λειτουργία κέντρων επιχειρήσεων. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι η πυρόσβεση αρχίζει όταν η φωτιά έχει ήδη ξεσπάσει.
Η πραγματική μάχη κρίνεται μήνες νωρίτερα: στους καθαρισμούς, στις αντιπυρικές ζώνες, στη συντήρηση των δασικών δρόμων, στις υδατοδεξαμενές, στη διαχείριση της καύσιμης ύλης και στην παρουσία επαρκούς προσωπικού μέσα στα δάση.
Το FireWatch, μια ανεξάρτητη πλατφόρμα δημοσίου ενδιαφέροντος, αντλεί στοιχεία από το ΚΗΜΔΗΣ, τη Διαύγεια, την Πυροσβεστική, το Copernicus και τη NASA, συνδυάζοντας στοιχεία για τις πυρκαγιές, με δημόσιες συμβάσεις πυροπροστασίας, χρηματοδοτήσεις, υδροφόρες, έργα καθαρισμού και απευθείας αναθέσεις. Η ίδια η ανάγκη δημιουργίας μιας τέτοιας εφαρμογής αποκαλύπτει πόσο κατακερματισμένη και δύσχρηστη παραμένει η κρατική πληροφόρηση.
Επίσης, μπορεί να δείξει τις συμβάσεις πυροπροστασίας κάθε δήμου, τις επιχειρήσεις που τις ανέλαβαν και αν χρησιμοποιήθηκε διαγωνισμός ή απευθείας ανάθεση, ωστόσο, δεν μπορεί να καταγράψει τις εργασίες που εκτελούν οι δήμοι με δικά τους μέσα, επειδή δεν υπάρχει ενιαίο σχετικό μητρώο.
Αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα: ο πολίτης καλείται να εμπιστευτεί ένα «επιτελικό κράτος» χωρίς να διαθέτει συγκεντρωμένη εικόνα για το τι έργα πρόληψης έγιναν, πόσο κόστισαν και αν ολοκληρώθηκαν πριν ξεσπάσει η φωτιά.
Οι φωτιές έσβησαν – Τα αιολικά ήρθαν
Η συζήτηση για τη σχέση πυρκαγιών και αιολικών πάρκων, επανέρχεται μετά από κάθε μεγάλη καταστροφή. Μέχρι στιγμής, παρά την πληθώρα ενδείξεων, δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν ένα οργανωμένο σχέδιο εμπρησμών για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών. Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις κατά τις οποίες ενεργειακές αδειοδοτήσεις, συνέχισαν να προχωρούν μετά τις φωτιές, χωρίς συνολική επανεξέταση των νέων οικολογικών δεδομένων.
Εύβοια: οι αποφάσεις πριν, οι αντιδράσεις μετά
Στη Βόρεια Εύβοια, μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 2021, αναρτήθηκαν αποφάσεις για αιολικά έργα σε περιοχές όπως η Δίρφυς, το Κανδήλι και το Τελέθριο.
Οι αποφάσεις είχαν ληφθεί πριν από τη φωτιά. Αυτό δεν αναιρεί, όμως, το βασικό πολιτικό ερώτημα: γιατί μια τόσο μεγάλη οικολογική μεταβολή δεν οδήγησε σε νέα, συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων; Αυτό, ενισχύει τις υποθέσεις ενδεχόμενου δόλου, πίσω από τα αίτια των πυρκαγιών.
Έτσι, δήμοι και κάτοικοι προσέφυγαν κατά έργων ανεμογεννητριών. Τον Σεπτέμβριο του 2021, οι Δήμοι Ερέτριας, Καρύστου και Κύμης–Αλιβερίου, μαζί με κατοίκους, κατέθεσαν προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά αδειών αιολικών σταθμών που εντάσσονταν σε επενδυτικό σχέδιο συνολικής ισχύος 470,4 MW.
Έβρος: περιβαλλοντική άδεια μέσα στα καμένα
Στον Έβρο, λίγες εβδομάδες μετά την τεράστια πυρκαγιά του 2023, προχώρησε η περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου «Μύτακας 1 και 2».
Σύμφωνα με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, οι θέσεις των ανεμογεννητριών βρίσκονταν μέσα στην καμένη έκταση και εντός της προστατευόμενης ζώνης «Νότιο Δασικό Σύμπλεγμα Έβρου», με τη διαδικασία να προχωρά παρά την αρνητική γνωμοδότηση αρμόδιας μονάδας του ΟΦΥΠΕΚΑ.
Από μόνη της, μια φωτιά δεν αποδεικνύεται ότι συνδέεται με την επένδυση. Αποδεικνύεται, όμως, κάτι άλλο: ακόμη και η καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους μιας προστατευόμενης περιοχής, δεν ενεργοποίησε αυτόματο πάγωμα της διαδικασίας και υποχρεωτική νέα αξιολόγηση.
Δεν είναι μόνο οι πυλώνες
Ένα αιολικό πάρκο δεν, περιορίζεται στις βάσεις των ανεμογεννητριών. Απαιτεί δρόμους μεγάλου πλάτους για τη μεταφορά πτερυγίων και γερανών, εκσκαφές, πλατώματα συναρμολόγησης, υποσταθμούς και γραμμές σύνδεσης με το δίκτυο.
Επομένως, η πραγματική περιβαλλοντική επίπτωση δεν μπορεί να μετράται μόνο στα τετραγωνικά μέτρα που καταλαμβάνουν οι πυλώνες. Πρέπει να υπολογίζονται ο κατακερματισμός του οικοσυστήματος, η οδοποιία, οι χωματουργικές εργασίες και οι σωρευτικές επιπτώσεις γειτονικών εγκαταστάσεων.

Ποιοί κερδίζουν από την «Πράσινη Μετάβαση»;
Η αιολική ενέργεια, αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους επενδυτικούς κλάδους της χώρας. Στο τέλος του 2025, η συνδεδεμένη αιολική ισχύς είχε φτάσει τα 5.695 MW, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 6,4%, ενώ, μόνο μέσα στο 2025 συνδέθηκαν στο δίκτυο αιολικές επενδύσεις αξίας άνω των 420 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την ΕΛΕΤΑΕΝ.
Πρόκειται, συνεπώς, για αγορά δισεκατομμυρίων, στην οποία δραστηριοποιούνται μεγάλοι εγχώριοι και διεθνείς ενεργειακοί όμιλοι. Σαφώς, οι εταιρείες δεν παρανομούν επειδή επενδύουν στις ΑΠΕ, ούτε η πράσινη ενέργεια αποτελεί από μόνη της απάτη. Το πολιτικό ζήτημα, όμως είναι διαφορετικό: ποιος σχεδιάζει το ενεργειακό μοντέλο, με ποια κριτήρια κατανέμονται οι άδειες και ποιος ελέγχει τις σωρευτικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις;
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, έχει επιλέξει ένα μοντέλο επιτάχυνσης των αδειοδοτήσεων και μεγάλης συγκέντρωσης της παραγωγής ενέργειας σε ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους. Όσο, όμως, οι αδειοδοτήσεις, οι εταιρικές μεταβιβάσεις, οι χρηματοδοτήσεις και οι όροι σύνδεσης παραμένουν κατακερματισμένοι σε διαφορετικές πλατφόρμες, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι η «πράσινη μετάβαση» σχεδιάζεται περισσότερο στα γραφεία των μεγάλων επενδυτών και λιγότερο με τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Το ίδιο το βασικό διαθέσιμο γεωχωρικό υλικό για τις ανεμογεννήτριες στις καμένες εκτάσεις, έχει παραχθεί από την ΕΛΕΤΑΕΝ, δηλαδή τον θεσμικό φορέα της αιολικής βιομηχανίας, και όχι από κάποια ανεξάρτητη κρατική ελεγκτική αρχή.
Η σχετική ανάλυση, υπολογίζει ότι περίπου 72 ανεμογεννήτριες τοποθετήθηκαν σε περιοχές όπου είχε προηγηθεί πυρκαγιά μετά το 2008, ενώ 386 βρίσκονται σήμερα σε εκτάσεις χαρακτηρισμένες ως αναδασωτέες. Η έκταση που καταλαμβάνουν τα έργα που μπήκαν μετά από φωτιά υπολογίζεται σε περίπου 1.934 στρέμματα, μαζί με τις συνοδές υποδομές.
Οι αριθμοί αυτοί, δεν αποδεικνύουν μια μαζική εκκαθάριση δασών υπέρ των αιολικών πάρκων. Αποδεικνύουν, ωστόσο, ότι ανεμογεννήτριες έχουν πράγματι εγκατασταθεί σε καμένες εκτάσεις και ότι η Πολιτεία δεν έχει παράσχει δική της ανεξάρτητη, πλήρη και ονομαστική απογραφή.
Το μεγάλο έλλειμμα διαφάνειας
Η κυβέρνηση, θα μπορούσε να τερματίσει μεγάλο μέρος της δημόσιας καχυποψίας με μία απλή πολιτική απόφαση: τη δημιουργία ενός ενιαίου, διαδραστικού δημόσιου χάρτη.
Σε αυτόν θα πρέπει να εμφανίζονται:

Χωρίς αυτά τα δεδομένα, η συζήτηση παραμένει παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο αντίθετα και εξίσου προβληματικά άκρα: από τη μία, ότι κάθε δάσος καίγεται για να εγκατασταθούν ανεμογεννήτριες και, από την άλλη, ότι κανένα αιολικό έργο δεν προχώρησε ποτέ σε καμένη περιοχή.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Και ακριβώς για αυτό απαιτεί περισσότερη -και όχι λιγότερη- διαφάνεια.
10 Ερωτήματα προς την Κυβέρνηση
1. Πόσα έργα ΑΠΕ βρίσκονται μέσα ή σε άμεση γειτνίαση με εκτάσεις που κάηκαν από τον Ιούλιο του 2019 έως σήμερα;
2. Πόσες περιβαλλοντικές εγκρίσεις, άδειες εγκατάστασης και άδειες συνοδών έργων εκδόθηκαν μετά τις αντίστοιχες πυρκαγιές;
3. Σε πόσες περιπτώσεις πραγματοποιήθηκε νέα περιβαλλοντική μελέτη μετά τη δραματική μεταβολή του οικοσυστήματος;
4. Πόσα έργα προχώρησαν παρά την αρνητική γνωμοδότηση του ΟΦΥΠΕΚΑ, δασικής υπηρεσίας ή τοπικού φορέα;
5. Πόσα χιλιόμετρα δρόμων ανοίχθηκαν ή διαπλατύνθηκαν για την εξυπηρέτηση αιολικών πάρκων σε δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις;
6. Ποιες εταιρείες διαθέτουν τις περισσότερες άδειες σε πυρόπληκτες ή προστατευόμενες περιοχές;
7. Ποιοι είναι οι τελικοί δικαιούχοι των εταιρειών ειδικού σκοπού που εμφανίζονται ως κάτοχοι των αδειών;
8. Πόσα χρήματα από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους έχουν κατευθυνθεί σε μεγάλα έργα ΑΠΕ από το 2019;
9. Γιατί δεν υπάρχει ενιαίο κρατικό μητρώο που να συνδέει πυρκαγιές, αδειοδοτήσεις, εταιρείες, γνωμοδοτήσεις και δικαστικές προσφυγές;
10. Προτίθεται η κυβέρνηση να δημοσιοποιήσει όλους τους σχετικούς φακέλους, ώστε να πάψει η «πράσινη μετάβαση» να λειτουργεί μέσα σε ένα γκρίζο τοπίο υποψιών;
Η «Πράσινη Ενέργεια» δεν μπορεί να είναι πάνω από την Φύση
Επαναλαμβάνουμε, για μια ακόμη φορά ότι δεν υπάρχει -μέχρι στιγμής- κάποια επίσημη τεκμηρίωση ότι τα εκατομμύρια καμένα στρέμματα της επταετίας Μητσοτάκη, αποτελούν μέρος οργανωμένου σχεδίου υπέρ των αιολικών επενδύσεων.
Υπάρχουν, όμως, συγκεκριμένες αδειοδοτήσεις που προχώρησαν μετά τις φωτιές, ανεμογεννήτριες που εγκαταστάθηκαν σε προηγουμένως καμένες εκτάσεις, έργα μέσα σε αναδασωτέες περιοχές, αρνητικές γνωμοδοτήσεις που δεν υιοθετήθηκαν και τοπικές κοινωνίες που χρειάστηκε να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη.
Κυρίως, υπάρχει μια κυβέρνηση, που ζητά από τους πολίτες να εμπιστευτούν την ενεργειακή της πολιτική, χωρίς να τους δίνει ένα πλήρες, ενιαίο και εύχρηστο σύστημα ελέγχου των αποφάσεών της.
Η κλιματική κρίση δεν απαλλάσσει την Πολιτεία από την ευθύνη της πρόληψης. Η νομιμότητα μιας άδειας δεν εξαλείφει την ανάγκη περιβαλλοντικής και πολιτικής λογοδοσίας. Και η «Πράσινη Ενέργεια» δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως λευκή επιταγή για την εκμετάλλευση και αλλοίωση κάθε βουνοκορφής και του τοπικού οικοσυστήματος.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να ανοίξει τους φακέλους και να λογοδοτήσει για το περιβαλλοντικό έγκλημα. Όχι επειδή οι συμπτώσεις αποτελούν αποδείξεις, αλλά επειδή χωρίς διαφάνεια κάθε νέα ανεμογεννήτρια πάνω από μια καμένη πλαγιά θα γεννά το ίδιο ερώτημα: Πράσινη μετάβαση για την κοινωνία ή πράσινη ανάπτυξη και πλούτος για τους ολιγάρχες της Ενέργειας;
