ΤΟΥΡΚΙΑ: ΤΑ ΒΡΙΣΚΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΥΡΔΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΚΥΠΡΟΥ – ΙΣΡΑΗΛ

Η Τουρκία, κλείνει τα μέτωπα της με τους Κούρδους. Το PKK, καταθέτει επίσημα τα όπλα, οι SDF παύουν να υπάρχουν ως ανεξάρτητος κουρδικός στρατός στη Συρία και εντάσσονται στον κρατικό στρατό του ισλαμοκανίβαλου αλ-Σάραα, η Άγκυρα αποκτά πρωτοφανή επιρροή στη Δαμασκό και οι σχέσεις της με τους Κούρδους του Ιράκ, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενες.

Την ίδια στιγμή, όμως, το βλέμμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς τα δυτικά: Ισραήλ, Κύπρος και Ελλάδα, αρχίζουν να εμφανίζονται στον τουρκικό δημόσιο λόγο, ως υπαρξιακή απειλή για την ίδια την Τουρκία.

Και η αλλαγή, δεν περιορίζεται στη ρητορική. Νέα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» στο Αιγαίο, επαναφορά των «γκρίζων ζωνών», επιστροφή των δεκάδων παραβιάσεων του FIR Αθηνών με οπλισμένα F-16, drones, τουρκικά αλιευτικά μέσα στα ελληνικά χωρικά ύδατα, πολεμικά σενάρια στον φιλοερντογανικό Τύπο και επίσημες αναφορές του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας, για ενδεχόμενα «κρίσης, έντασης και πολέμου», συνθέτουν ένα περιβάλλον, που απέχει πολύ από τα περίφημα… «ήρεμα νερά».

Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα, δεν είναι πλέον αν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επιδεινώνονται. Αυτό ήδη συμβαίνει. Το ερώτημα είναι άλλο και πιό ουσιώδες: Προετοιμάζει η Άγκυρα το έδαφος για μια νέα μεγάλη κρίση με Ελλάδα – Κύπρο – Ισραήλ; Και μια τέτοια κρίση, μπορεί να ξεφύγει και να εξελιχθεί σε πραγματικό θερμό επεισόδιο ή ακόμη και πόλεμο;

Το PKK παραδίδει τα όπλα και οι SDF διαλύονται

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή, βρίσκεται στο κουρδικό μέτωπο. Το PKK, τερμάτισε και επίσημα την ένοπλη εκστρατεία του στην Τουρκία, ανακοίνωσε τη διάλυσή του και πλέον βρίσκεται σε διαδικασία αφοπλισμού. Παράλληλα, ο Ερντογάν, συνομιλεί πλέον με το φιλοκουρδικό αριστερό DEM, ενώ ακόμη και ο σκληρός εθνικιστής σύμμαχός του, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, έχει δεχθεί ρόλο για τον φυλακισμένο Αμπντουλάχ Οτσαλάν στη διαδικασία του διαλόγου.

Για την Άγκυρα, ωστόσο, η ακόμα μεγαλύτερη στρατηγική νίκη, ήρθε στη Συρία. Στις 25 Αυγούστου, οι κουρδικοί SDF, έπαψαν να λειτουργούν ως αυτόνομη στρατιωτική δύναμη και προχώρησαν στην ενσωμάτωσή τους στον συριακό κρατικό μηχανισμό. Από την πλευρά της, η ίδια η Τουρκία, ζητούσε επί χρόνια ακριβώς αυτό: Να μην υπάρχει στα νότια σύνορά της ένας ανεξάρτητος κουρδικός στρατός υπό την YPG, την οποία θεωρεί προέκταση του PKK.
Οι Κούρδοι της Συρίας, δεν οδηγήθηκαν εκεί επειδή ξαφνικά εμπιστεύθηκαν το καθεστώς του αλ-Σάραα. Έχασαν εδάφη και στρατηγικές υποδομές, είδαν την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα να αποδυναμώνεται και βρέθηκαν αντιμέτωποι στο πεδίο ταυτόχρονα με τη Δαμασκό, την Τουρκία και πολυάριθμες τουρκοκίνητες τζιχαντιστικές ομάδες. Η επιλογή, ήταν ουσιαστικά, ανάμεσα στη συμφωνία και στον κίνδυνο στρατιωτικής συντριβής.

Έτσι, ένα μέτωπο που απορροφούσε επί χρόνια τεράστιους τουρκικούς στρατιωτικούς και πολιτικούς πόρους, έχει περιοριστεί δραματικά. Και αυτή η εξέλιξη, αλλάζει ολόκληρη την περιφερειακή εξίσωση.

Η νέα Συρία φέρνει την Τουρκία και το Ισραήλ απέναντι

Η Τουρκία, απέκτησε πολύ μεγαλύτερη επιρροή στη Συρία του αλ-Σάραα. Μόνο που εκεί, βρίσκεται ήδη ένας άλλος ισχυρός παίκτης: το Ισραήλ. Και η αντιπαράθεση, έπαψε πλέον να είναι μόνο λεκτική και πέρασε στην πράξη.

Στις 18 Αυγούστου 2026, το Ισραήλ βομβάρδισε την τουρκική αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη Συρία, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν κινήσεις πιθανής τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης.

Η Τουρκία και η Δαμασκός, αντέδρασαν, ωστόσο το μήνυμα του Ισραήλ, ήταν ξεκάθαρο: Δεν προτίθεται να επιτρέψει τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία, που θεωρεί ότι περιορίζει την ελευθερία επιχειρήσεών του και την φέρνει ολοένα και πιό κοντά στα σύνορα του. Μάλιστα, η κατάσταση έφτασε σε τέτοιο επίπεδο, ώστε οι ΗΠΑ κινήθηκαν για μηχανισμό αποφυγής σύγκρουσης της Τουρκίας και της Συρίας με το Ισραήλ.

Κάπως έτσι, ο βασικός άξονας αντιπαράθεσης αρχίζει να μετακινείται: Από Τουρκία – Κούρδοι, προς Τουρκία–Ισραήλ. Και εκεί, μπαίνουν αναπόφευκτα η Ελλάδα και η Κύπρος.

Ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ στο στόχαστρο

Η στρατιωτική και ενεργειακή συνεργασία Αθήνας, Λευκωσίας και Τελ Αβίβ, είναι πραγματική και ενισχύεται. Αυτό όμως, στον τουρκικό δημόσιο λόγο, μεταφράζεται ολοένα και πιο έντονα, σε αφήγημα «περικύκλωσης».

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση με το (δήθεν) σχέδιο «Οργή του Ποσειδώνα». Τα τουρκικά μέσα, παρουσίασαν το σχέδιο σαν να επρόκειτο για πραγματικό και ότι διέρρευσαν ελληνοϊσραηλινό στρατιωτικό σχέδιο απελευθέρωσης των Κατεχομένων. Δεν υπάρχει τέτοια δημόσια τεκμηρίωση και το όλο σχέδιο, μοιάζει περισσότερο με… ονείρωξη, παρά με πραγματικότητα.

Ο όρος, προήλθε από άρθρο γνώμης του Ισραηλινού αναλυτή Shay Gal, ο οποίος υποστήριξε ότι, εάν η τουρκική παρουσία στα Κατεχόμενα εξελιχθεί σε άμεση απειλή, η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ, θα έπρεπε να εξετάσουν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης, δίνοντας την ονομασία «Poseidon’s Wrath», στην υποτιθέμενη απελευθέρωση των Κατεχόμενων.

Η μετατροπή μιας ανόητης και επιπόλαιης ανάλυσης -που παραπέμπει ευθέως σε ισραηλινή επιχείρηση Ψυχολογικού Πολέμου- σε υποτιθέμενο «μυστικό σχέδιο επίθεσης», είναι ενδεικτική του κλίματος που καλλιεργείται στο εσωτερικό της Τουρκίας, από τα φιλοκυβερνητικά, αλλά και κεμαλικά Μέσα.

Από τα «ήρεμα νερά», στις συνεχείς παραβιάσεις και τη «Γαλάζια Πατρίδα»

Την ίδια στιγμή, το Αιγαίο παίρνει πάλι… «φωτιά». Στις 15 Αυγούστου, η Τουρκία ανακήρυξε δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα» στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Από την πλευρά της, η Ελλάδα υποστηρίζει ότι οι τουρκικοί χάρτες επεκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων και σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Αυτό, υπό πατριωτική διακυβέρνηση, θα ήταν αίτιο κήρυξης πολέμου.

Το πραγματικό πρόβλημα, δεν είναι η περιβαλλοντική ονομασία. Είναι ότι η «Γαλάζια Πατρίδα», επιχειρεί να αποκτήσει σταδιακά χαρακτηριστικά επίσημης κρατικής διοίκησης, με χάρτες, προεδρικά διατάγματα και μηχανισμούς εφαρμογής.

Ταυτόχρονα, επανήλθε έντονα η τουρκική αεροπορική δραστηριότητα στο Αιγαίο και οι καθημερινές παραβιάσεις του FIR Αθηνών. Σύμφωνα με φετινά στοιχεία, έως τις 24 Αυγούστου, είχαν καταγραφεί εκατοντάδες παραβιάσεις, με τον Αύγουστο να αποτελεί τον πρώτο μήνα -μετά από σχεδόν τρία χρόνια- κατά τον οποίο το φαινόμενο επέστρεψε σε καθημερινή βάση. Σημαντικό μέρος της δραστηριότητας πραγματοποιείται πλέον με UAV, μεταξύ άλλων Akinci, καθώς και οπλισμένων F-16.

Παράλληλα, καθημερινή είναι η παρουσία δεκάδων τουρκικών αλιευτικών εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, για παράδειγμα στο Αγαθονήσι και μεταξύ Σάμου, Φούρνων και Πάτμου. Βέβαια, το πιο επικίνδυνο στοιχείο, είναι ότι πολλά μικρά περιστατικά, μπορούν να λειτουργήσουν σωρευτικά και να έχουμε μια… «έκρηξη».

Το καλώδιο μπορεί να γίνει η νέα… «Κάσος»

Ο Great Sea Interconnector, ίσως αποτελεί σήμερα τον πιο προφανή πιθανό πυροκροτητή. Είδαμε το προηγούμενο διάστημα ότι οι εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, έχουν προκαλέσει ελληνοτουρκική αντιπαράθεση νοτίως της Κάσου.

Η επανέναρξη τους, μπορεί να φέρει ξανά ελληνικά και τουρκικά πολεμικά αντιμέτωπα. Εάν η Ελλάδα θεωρεί ότι ένα ερευνητικό πλοίο έχει νόμιμο δικαίωμα να εργαστεί σε συγκεκριμένη περιοχή και η Άγκυρα απαιτήσει προηγούμενη τουρκική έγκριση ή «συντονισμό», τότε κάποιος από τους δύο πρέπει να υποχωρήσει. Και κάπου εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος. Όχι σε ένα εμπρηστικό πρωτοσέλιδο, αλλά σε δύο φρεγάτες που επιχειρούν στο ίδιο σημείο και έχουν αντικρουόμενες εντολές.

«Η Τουρκία κατασκευάζει το άλλοθι του πολέμου»

Ο Σάββας Καλεντερίδης, περιέγραψε στα τέλη Αυγούστου αυτή τη διαδικασία, με μια ιδιαίτερα βαριά διατύπωση. Πως η Τουρκία «κατασκευάζει το άλλοθι του πολέμου».

Η εκτίμησή του, όμως, έχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Δεν θεωρεί ότι η Άγκυρα χρειάζεται απαραίτητα να πολεμήσει την Ελλάδα. Αντιθέτως, εκτιμά ότι η γείτονα χώρα, προτιμά να επιβάλει σταδιακά τη «Γαλάζια Πατρίδα» χωρίς πόλεμο, μέσω απειλής ισχύος, νομικοφανών τετελεσμένων και πολιτικής πίεσης.

Ομοίως, ο Ιωάννης Μάζης, έχει επίσης επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι η ελληνική υποχωρητικότητα δεν αποτρέπει, αλλά, αυξάνει τον κίνδυνο σύγκρουσης. Άρα -ίσως- ο μεγαλύτερος κίνδυνος, δεν είναι μια προσχεδιασμένη τουρκική εισβολή. Είναι η δημιουργία μιας κρίσης, όπου η Αθήνα θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ υποχώρησης και έμπρακτης αντίδρασης.

Από τον Καραγκιούλ στα επίσημα πολεμικά σενάρια

Στο μεταξύ, η πολεμική ρητορική στην Τουρκία γίνεται ολοένα σκληρότερη. Επίσημη ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας, με ημερομηνία 10 Αυγούστου του τρέχοντος έτους, αναφέρει ότι εξετάζονται σενάρια «κρίσης, έντασης και πολέμου», ενώ συνδέει ρητά την ελληνική στρατιωτική δραστηριότητα (αγορά οπλικών συστημάτων), με την αυξανόμενη συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ. Αυτό δεν αποδεικνύει πρόθεση πολέμου —κάθε στρατιωτικός μηχανισμός εξετάζει τέτοια σενάρια— αλλά δείχνει τον τρόπο που η Άγκυρα αντιλαμβάνεται πλέον το στρατηγικό περιβάλλον.

Ακόμη εντονότερα, είναι τα άρθρα του Ιμπραήμ Καραγκιούλ, πρώην αρχισυντάκτη της φιλοκυβερνητικής Yeni Şafak και προσώπου με μακρά εγγύτητα στον χώρο του Ερντογάν. Ο Καραγκιούλ, έχει δημοσιεύσει σενάρια στα οποία, εάν Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ, «επιτεθούν» στην Τουρκία, μπορεί να αλλάξει ο χάρτης του Αιγαίου, ακόμα και να επαναφερθεί ζήτημα… «Δυτικής Θράκης». Το μοτίβο, επαναλαμβάνεται σε σειρά κειμένων του.
Ωστόσο, η επιλογή της λέξης «επιτεθούν», έχει σημασία, καθώς, η Τουρκία, παρουσιάζεται εκ των προτέρων ως αμυνόμενη. Έτσι, δημιουργείται το αφήγημα, πάνω στο οποίο θα μπορούσε μια μελλοντική τουρκική στρατιωτική ενέργεια -ενδεδυμένη με τον μανδύα της πρόληψης- να παρουσιαστεί στο εσωτερικό, ως απάντηση σε στρατηγική περικύκλωση της Τουρκίας.

Οι εκλογές κάνουν την εξίσωση ακόμη πιο επικίνδυνη

Η Ελλάδα, εισέρχεται στον τελευταίο χρόνο πριν από τις εκλογές που ο Κυριάκος Μητσοτάκης τοποθετεί μέσα στην άνοιξη του 2027. Σύμφωνα με φιλοκαθεστωτικούς αναλυτές, οποιαδήποτε εικόνα υποχώρησης απέναντι στην Τουρκία, θα είχε αυξημένο πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη.

Στην Τουρκία, το πρόβλημα του Ερντογάν είναι διαφορετικό. Οι εθνικές της εκλογές, προβλέπονται για το 2028, ωστόσο, έχει συμπληρωθεί το συνταγματικό όριο των δύο θητειών στο σημερινό προεδρικό σύστημα. Εάν όμως η Εθνοσυνέλευση προκηρύξει πρόωρες εκλογές πριν από τη λήξη της θητείας του, μπορεί να διεκδικήσει ξανά την προεδρία.

Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει κανένα απτό στοιχείο ότι ο Ερντογάν σχεδιάζει στρατιωτική κρίση, προκειμένου να προκαλέσει εκλογές. Υπάρχει, ωστόσο, ένα πραγματικό πολιτικό φαινόμενο: Όσο περισσότερο οι δύο κυβερνήσεις, επενδύουν στην εικόνα της «εθνικής αποφασιστικότητας», τόσο ακριβότερη πολιτικά γίνεται η υποχώρηση.

Και μια κρίση στο Αιγαίο, βολεύει και τους δύο ηγέτες, αλλά και τον εξωτερικό παράγοντα. Μια ελεγχόμενη κρίση, τύπου Ιμίων, μπορεί να συσπειρώσει. Ένας πραγματικός πόλεμος, όμως, δεν ελέγχεται. Και στο επικίνδυνο σταυροδρόμι Ελλάδας – Κύπρου – Τουρκίας, μπορεί να μετατραπεί σε περιφερειακό πόλεμο, με απρόβλεπτες συνέπειες για όλους. Και αυτό ακριβώς, είναι το όριο που μπορεί εύκολα να χαθεί.

Θερμό επεισόδιο ή πόλεμος;

Σήμερα, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο Ερντογάν έχει αποφασίσει έναν πόλεμο με την Ελλάδα. Υπάρχουν, ωστόσο, ολοένα και περισσότερες ενδείξεις ότι η Τουρκία κλείνει ή περιορίζει τα μέτωπα που την απασχολούσαν στην Ανατολή και βάζει περισσότερο βάρος, στη σύγκρουση συμφερόντων με τον άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ.

Το PKK αφοπλίζεται, οι SDF διαλύθηκαν ως αυτόνομος στρατός και η νέα κυβέρνηση της Δαμασκού, βρίσκεται κοντά στην Άγκυρα. Σχεδόν ταυτόχρονα, βλέπουμε το Αιγαίο να θερμαίνεται, την αντιπαράθεση Τουρκίας – Ισραήλ να περνά στο στρατιωτικό πεδίο, τα τουρκικά ΜΜΕ να συζητούν ανοιχτά πολεμικά σενάρια και την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, να αντιμετωπίζονται ολοένα περισσότερο ως ενιαίος και αδιαίρετος γεωπολιτικός άξονας.

Ο πόλεμος δεν είναι αναπόφευκτος. Το ανησυχητικό, είναι, ότι οι μηχανισμοί που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτόν, πολλαπλασιάζονται. Και το πιθανότερο μονοπάτι προς μια, σύγκρουση δεν είναι μια προσχεδιασμένη εισβολή, αλλά, μια κρίση που ξεκινά ως εκβιασμός, μια πλευρά αρνείται να υποχωρήσει, χύνεται το πρώτο αίμα και ξαφνικά κανείς δεν μπορεί πλέον να αποτρέψει τα χειρότερα.

Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα για τους επόμενους μήνες να μην είναι το εάν η Τουρκία «θέλει» πόλεμο, αλλά, το πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει για να επιβάλει τους στόχους της, χωρίς πόλεμο και τι μπορεί να συμβεί τη στιγμή που η Ελλάδα θα αποφασίσει ότι δεν υποχωρεί άλλο και θα ορθώσει -επιτέλους το ανάστημα, απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό.

About The Author