Οι εικόνες από το ορυχείο της Μαυροπηγής, στην Κοζάνη, ήταν καρφί στην καρδιά του κάθε Έλληνα. Τρεις γιγαντιαίοι καδοφόροι εκσκαφείς, μηχανήματα που επί δεκαετίες, αποτέλεσαν την «καρδιά» της ελληνικής λιγνιτικής παραγωγής, κατέρρευσαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ύστερα από ελεγχόμενες εκρήξεις.
Για την κυβέρνηση και τη ΔΕΗ, επρόκειτο για την απόσυρση παλαιού εξοπλισμού, που δεν εξυπηρετούσε πλέον τις ανάγκες της επιχείρησης. Για χιλιάδες, όμως, κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας, εργαζομένους, συνδικαλιστές και στελέχη της ενεργειακής αγοράς, οι ανατινάξεις αυτές συμβόλιζαν κάτι πολύ μεγαλύτερο: την οριστική λήξη της ενεργειακής αυτάρκειας της Ελλάδας.
Δεν ήταν απλώς κάποια παλιά μηχανήματα, αλλά δημόσια περιουσία, που αποκτήθηκε με τα χρήματα των Ελλήνων φορολογούμενων, ήταν η τεχνογνωσία δεκαετιών και η παραγωγική βάση, πάνω στην οποία στηρίχθηκε η μεταπολεμική ανάπτυξη της χώρας. Και η εικόνα της καταστροφής τους, ήρθε να συμπυκνώσει όσα συνέβησαν τα τελευταία επτά χρόνια, με την προδοτική πολιτική της απολιγνιτοποίησης.
Άλλαξε τα πάντα η προδιαγεγραμμένη εγκληματική απόφαση του 2019
Το 2019, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ανακοίνωσε την επιτάχυνση της εξόδου της χώρας από τον λιγνίτη. Η Ελλάδα, επέλεξε να ακολουθήσει έναν από τους πιο επιθετικούς ρυθμούς απολιγνιτοποίησης στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας την επιλογή αυτή, ως απόδειξη ότι η χώρα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της πράσινης μετάβασης.
Ακολούθησε, το σταδιακό κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων, σε Αμύνταιο, Καρδιά, Μεγαλόπολη και Άγιο Δημήτριο, ενώ μπήκαν οι βάσεις για τον πλήρη τερματισμό της λιγνιτικής παραγωγής. Παράλληλα, η ΔΕΗ ανακοίνωσε ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα, σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, εγκαθιστώντας τεράστια φωτοβολταϊκά πάρκα, στις εκτάσεις, που μέχρι χθες εξυπηρετούσαν τα ορυχεία.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία, ήταν σαφής. Ο λιγνίτης, θεωρήθηκε οικονομικά ασύμφορος, λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενώ η στροφή στις ΑΠΕ, παρουσιάστηκε ως μονόδρομος, για την ενεργειακή και περιβαλλοντική αναβάθμιση της χώρας.
Ωστόσο, από την πρώτη στιγμή, δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Εργαζόμενοι, συνδικαλιστικές οργανώσεις, αυτοδιοικητικοί φορείς και πολιτικά κόμαατα, προειδοποιούσαν ότι η Ελλάδα, προχωρά σε μια βίαιη απολιγνιτοποίηση, χωρίς να έχει διασφαλίσει, ούτε την ενεργειακή της ασφάλεια, ούτε το μέλλον των περιοχών, που ζούσαν από τον λιγνίτη.
Οι έωλες υποσχέσεις της «δίκαιης μετάβασης»
Για να αντιμετωπιστούν οι αντιδράσεις, παρουσιάστηκε το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, με το οποίο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, υποσχέθηκε επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες, θέσεις εργασίας και αναπτυξιακά κίνητρα, για τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη.
Στην πράξη όμως, όπως καταγγέλλουν τοπικοί φορείς, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική. Χιλιάδες θέσεις εργασίας, χάθηκαν άμεσα ή έμμεσα, μικρές επιχειρήσεις που εξαρτώνταν από τη λιγνιτική δραστηριότητα, έκλεισαν και νέοι άνθρωποι, εγκατέλειψαν τις περιοχές τους, αναζητώντας εργασία σε άλλες πόλεις ή στο εξωτερικό.
Η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, η Φλώρινα και η Μεγαλόπολη, βρέθηκαν αντιμέτωπες με μία πρωτοφανή οικονομική συρρίκνωση. Κι ενώ οι κυβερνητικοί παράγοντες, μιλούσαν για νέες επενδύσεις, οι τοπικές κοινωνίες, έβλεπαν μπροστά τους, κατεδαφίσεις, ανατινάξεις και εγκατάλειψη υποδομών, που για δεκαετίες αποτελούσαν τη βάση της τοπικής οικονομίας.
Η έκρηξη των ΑΠΕ και η συγκέντρωση της αγοράς στους ολιγάρχες
Την ίδια ώρα, η απολιγνιτοποίηση, άνοιξε τον δρόμο για μία άνευ προηγουμένου επέκταση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Φωτοβολταϊκά πάρκα, κάλυψαν τεράστιες εκτάσεις στη Δυτική Μακεδονία, ενώ ανεμογεννήτριες, ξεφύτρωσαν σε βουνά και νησιά, σε όλη τη χώρα. Η κυβέρνηση, παρουσιάζει αυτή την εξέλιξη ως μεγάλη επιτυχία. Οι αριθμοί, πράγματι δείχνουν σημαντική αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος, από ΑΠΕ και ενίσχυση του μεριδίου τους, στο ενεργειακό μείγμα.
Ωστόσο, τίθεται ένα μεγάλο ερώτημα: Ποιοι είναι τελικά οι μεγάλοι κερδισμένοι της πράσινης μετάβασης;
Η αγορά των ΑΠΕ, συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο, στα χέρια μεγάλων ενεργειακών ομίλων και διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων Εξαγορές δισεκατομμυρίων ευρώ, συμφωνίες με ξένα funds και συγκέντρωση αδειών παραγωγής, έχουν δημιουργήσει μία νέα ενεργειακή πραγματικότητα, στην οποία, λίγοι παίκτες, ελέγχουν όλο και μεγαλύτερο μέρος της αγοράς.
Γι’ αυτό, ακριβώς, κατηγορείται η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ότι εφαρμόζει κατά γράμμα τις επιταγές των Βρυξελλών, χωρίς να λαμβάνει υπόψη, τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας και χωρίς να προστατεύει επαρκώς, τα συμφέροντα των καταναλωτών.
Η ενεργειακή κρίση που διέψευσε τα σχέδια
Το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, το 2022, λειτούργησε ως ένα τεράστιο τεστ αντοχής για ολόκληρη την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, με τις τιμές του φυσικού αερίου να εκτοξεύονται, τους λογαριασμούς ρεύματος να παίρνουν φωτιά και πολλές χώρες να αναγκάζονται να επανεξετάσουν τις επιλογές τους.
Αντί όμως να συνεχίσουν την άμεση εγκατάλειψη της εκμετάλλευσης ορυκτών καυσίμων, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αποφάσισαν να διατηρήσουν ή ακόμη και να επαναφέρουν λιγνιτικές και ανθρακικές μονάδες σε λειτουργία.
Η Γερμανία, καθυστέρησε το κλείσιμο μονάδων, η Ιταλία, διατήρησε εφεδρείες, η Πολωνία, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον λιγνίτη ως βασικό στοιχείο της ενεργειακής της στρατηγικής, ενώ, αντιθέτως, η Ελλάδα, συνέχισε στον ίδιο δρόμο.
Και σήμερα, καθώς η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή και η ένταση γύρω από το Ιράν, προκαλούν ξανά αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας, επιστρέφει ακόμη πιο επιτακτικά στο προσκήνιο και τον δημόσιο διάλογο. Τουλάχιστον, γι’ αυτούς τους λίγους που ασκούν κριτική στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, και δεν πληρώνονται από τους λεγόμενους «νταβατζήδες της ενέργειας» και από «πακέτα» ζεστού κρατικού χρήματος.
Η Πτολεμαΐδα 5 και το ερώτημα του 1,5 δισ. ευρώ
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, βρίσκεται η Πτολεμαΐδα 5. Η πιο σύγχρονη λιγνιτική μονάδα της χώρας, που κόστισε περίπου 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με σχέδια μετατροπής και σταδιακής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Για τους επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής, η υπόθεση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα σπατάλης δημόσιου χρήματος. Και αυτό, γιατί, μία μονάδα που κατασκευάστηκε, για να λειτουργεί επί δεκαετίες με λιγνίτη, κινδυνεύει να αλλάξει χρήση, πριν καν αποσβεστεί η επένδυση.
Ακόμη πιο ανησυχητικές, ωστόσο, θεωρούνται οι καταγγελίες, ότι η αποξήλωση εξοπλισμού και οι κατεδαφίσεις εγκαταστάσεων, δημιουργούν τετελεσμένα, που θα καταστήσουν αδύνατη οποιαδήποτε μελλοντική επιστροφή στη λιγνιτική παραγωγή.
Mπουλντόζες φεύγουν για τα Σκόπια γεμάτες λιγνίτη, ενώ το ρεύμα έρχεται… «χρυσό»!
Η μεγαλύτερη αντίφαση της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής, αποτυπώνεται σήμερα στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Οι Έλληνες πολίτες, ακούν εδώ και χρόνια, ότι η πράσινη μετάβαση, θα οδηγήσει σε φθηνότερη ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν να πληρώνουν από τους ακριβότερους λογαριασμούς, στην Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα αυξάνει την εξάρτησή της από εισαγόμενη ενέργεια και εισαγόμενα καύσιμα, με τους επικριτές της απολιγνιτοποίησης, να επισημαίνουν, ότι ενώ ο ελληνικός λιγνίτης εγκαταλείπεται, μπουλντόζες γεμάτες λιγνίτη, φεύγουν για γειτονικές χώρες και η ηλεκτρική ενέργεια, που γυρνάει στην Ελλάδα, έρχεται πανάκριβη (βλ. την υπόθεση με τον ΑΗΣ Μπίτολα των Σκοπίων).
Αποτέλεσμα της καταστροφικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη; Μια χώρα, που εγκαταλείπει τον -μέχρι στιγμής- μοναδικό της εγχώριο ενεργειακό πόρο και καταλήγει να πληρώνει ακριβότερα την παραγωγή ηλεκτρικής της ενέργειας.
Επαναλιγνιτοποίηση, τώρα!
Η συζήτηση για τον λιγνίτη, δεν αφορά το παρελθόν, αλλά το ενεργειακό μέλλον της χώρας. Η Ελλάδα, διαθέτει σημαντικές προοπτικές αξιοποίησης υδρογονανθράκων στο Ιόνιο, νότια της Κρήτης και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Μέχρι όμως, να υπάρξει ουσιαστική παραγωγή, από αυτούς τους πόρους, ο λιγνίτης παραμένει το μοναδικό καύσιμο, που μπορεί να προσφέρει έναν βαθμό ενεργειακής ανεξαρτησίας.
Οι ανατινάξεις στη Μαυροπηγή, δεν ήταν απλώς η κατεδάφιση τριών παλιών μηχανημάτων. Ήταν η εικόνα μιας χώρας, που μοιάζει να κόβει την ενεργειακή της ανεξαρτησία και το πρόσφσατο παρελθόν της, χωρίς να έχει εξασφαλίσει με βεβαιότητα το μέλλον της. Και όσο οι λογαριασμοί ρεύματος, παραμένουν δυσβάσταχτοι, όσο η Δυτική Μακεδονία, βλέπει την οικονομική της βάση να αποδομείται και όσο η Ευρώπη, επιστρέφει ολοένα και συχνότερα στη συζήτηση περί ενεργειακής ασφάλειας, το ερώτημα θα γίνεται όλο και πιο πιεστικό: Ήταν η απολιγνιτοποίηση, εθνική στρατηγική ή ένα ακριβό πείραμα, για χάρη των Βρυξελλών και των ολιγαρχών της ενέργειας, που πληρώνει σήμερα ο Έλληνας πολίτης;
