Υπήρξε μια περίοδος, που το Μέγαρο Μαξίμου, πίστεψε ότι η υπόθεση των υποκλοπών, είχε περάσει οριστικά στη σφαίρα της πολιτικής φθοράς που ξεχνιέται με τον χρόνο. Ότι οι αποκαλύψεις θα εξαντλούνταν, η κοινή γνώμη θα κουραζόταν και το Predator, θα μετατρεπόταν σε μια ακόμη σκοτεινή ιστορία, που θα χανόταν στα αρχεία της επικαιρότητας. Οι τελευταίες εξελίξεις, όμως, δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Το σκάνδαλο όχι μόνο δεν έκλεισε, αλλά επιστρέφει με νέα στοιχεία που προκαλούν πολιτική ασφυξία στην κυβέρνηση και επαναφέρουν ερωτήματα τα οποία ουδέποτε απαντήθηκαν πειστικά.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το κυβερνητικό στρατόπεδο δεν είναι μόνο οι νέες αποκαλύψεις. Είναι, ότι, κάθε νέο κομμάτι του παζλ, φαίνεται να συγκρούεται με το αφήγημα που χτίστηκε τα προηγούμενα χρόνια. Ένα αφήγημα, που ήθελε το Predator, να αποτελεί αποκλειστικά υπόθεση ιδιωτών, χωρίς κρατική γνώση, χωρίς κρατική εμπλοκή και χωρίς πολιτικές ευθύνες. Σήμερα, όμως, αυτό το αφήγημα μοιάζει να μπάζει νερά από παντού.
Οι «συστατικές επιστολές» που καίνε
Στο επίκεντρο της νέας θύελλας, βρίσκονται πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες, η πλευρά του Ταλ Ντίλιαν, φέρεται να διαθέτει έγγραφα ελληνικών κρατικών υπηρεσιών, που λειτούργησαν ως πιστοποιητικά ή συστατικές επιστολές για την αποτελεσματική λειτουργία του Predator στην Ελλάδα. Πρόκειται για πληροφορίες που, εφόσον επιβεβαιωθούν, ανατρέπουν εκ βάθρων όσα ακούγαμε επί χρόνια.
Διότι, η εικόνα που προκύπτει, δεν παραπέμπει σε μια εταιρεία που δρούσε απομονωμένα και ερήμην των αρχών. Αντίθετα, γεννά την εντύπωση, ότι κάποιοι μέσα στο σύστημα εξουσίας, όχι μόνο γνώριζαν, αλλά ενδεχομένως διευκόλυναν διαδικασίες που σχετίζονταν με τη διεθνή εμπορική αξιοποίηση του λογισμικού.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για την κυβέρνηση. Γιατί αν υπήρξαν κρατικά πιστοποιητικά, αν εκδόθηκαν έγγραφα, που παρουσίαζαν το Predator ως ένα επιτυχημένο επιχειρησιακό εργαλείο και αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν για εξαγωγές σε τρίτες χώρες, τότε η θεωρία της «ιδιωτικής υπόθεσης» αρχίζει να καταρρέει με πάταγο.
Η κυβέρνηση, οφείλει να απαντήσει ευθέως. Υπήρξαν ή δεν υπήρξαν αυτά τα έγγραφα; Ποιος τα ενέκρινε; Ποιος τα υπέγραψε; Και κυρίως, ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη, αν αποδειχθεί ότι κρατικοί μηχανισμοί, λειτούργησαν ως διαφημιστές ενός λογισμικού που συνδέθηκε με ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα παρακολουθήσεων στην Ευρώπη;
Η άγνωστη ΕΔΕ και οι διαδικασίες-εξπρές
Ακόμη πιο βαριά σκιά, ρίχνουν οι αποκαλύψεις για την Ένορκη Διοικητική Εξέταση, που πραγματοποιήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών και παρέμενε ουσιαστικά άγνωστη στο ευρύ κοινό. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, στην έρευνα καταγράφονται αναφορές, για προφορικές οδηγίες, προκειμένου να μην υπάρχουν καθυστερήσεις και να προχωρούν γρήγορα οι σχετικές διαδικασίες.
Το εύλογο ερώτημα, είναι, γιατί υπήρχε τέτοια βιασύνη. Σε μια χώρα όπου οι πολίτες περιμένουν μήνες για απλές διοικητικές υποθέσεις, πώς γίνεται ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα να αντιμετωπίζεται με ταχύτητες που προκαλούν εντύπωση ακόμη και σε έμπειρους υπηρεσιακούς παράγοντες;
Οι πληροφορίες για πέντε εξαγωγές εξαρτημάτων και τμημάτων του Predator, μέσα σε λίγους μήνες, αλλά και οι αναφορές σε απευθείας επικοινωνίες με υψηλόβαθμα γραφεία, δημιουργούν μια εικόνα, που απέχει πολύ από τη συνήθη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Και όταν σε αυτή την εικόνα, προστίθενται οι αναφορές ότι δεν αξιολογήθηκαν, όπως προβλέπεται κρίσιμες παράμετροι του ευρωπαϊκού κανονισμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον κίνδυνο κατάχρησης τέτοιων τεχνολογιών, τότε το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Η σιωπή που γεννά περισσότερα ερωτήματα
Απέναντι σε όλα αυτά, το Μαξίμου επιλέγει και πάλι τη γνώριμη τακτική της σιωπής. Μια τακτική, που ίσως εξυπηρετεί επικοινωνιακά σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, αλλά πολιτικά μοιάζει να λειτουργεί σαν μπούμερανγκ.
Διότι όσο δεν δίνονται απαντήσεις, τόσο μεγαλώνει η καχυποψία. Όσο δεν διαψεύδονται πειστικά οι αποκαλύψεις, τόσο περισσότερο εδραιώνεται η εντύπωση, ότι κάποιοι ελπίζουν πως ο χρόνος θα λύσει το πρόβλημα. Μόνο που η υπόθεση με το Predator, αποδεικνύεται εξαιρετικά ανθεκτικό πολιτικά. Κάθε φορά που φαίνεται να απομακρύνεται από την επικαιρότητα, επιστρέφει με νέα στοιχεία, νέες μαρτυρίες και νέες σκιές.
Η κυβέρνηση, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη, όχι μόνο με τα ερωτήματα της αντιπολίτευσης ή των μέσων ενημέρωσης, αλλά και με την ίδια τη φθορά που προκαλεί η αίσθηση μιας υπόθεσης, η οποία δεν διερευνήθηκε ποτέ μέχρι τέλους. Για μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει ανοιχτή. Και όσο παραμένει ανοιχτή, συνεχίζει να παράγει πολιτικό κόστος.
Τα δικαστήρια ανοίγουν νέο μέτωπο
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η υπόθεση περνά πλέον και σε μια νέα φάση, μέσα από τα αστικά δικαστήρια. Και αυτό, γιατί, τα θύματα των παρακολουθήσεων, ετοιμάζονται να διεκδικήσουν αποζημιώσεις και να αναζητήσουν ευθύνες, μέσα από νέες δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες ενδέχεται να φέρουν στο φως πρόσθετα στοιχεία.
Πρόκειται για μια εξέλιξη, που προκαλεί ανησυχία στο κυβερνητικό στρατόπεδο, καθώς η δικαστική διερεύνηση, έχει τον δικό της ρυθμό και τη δική της δυναμική. Έγγραφα, καταθέσεις και στοιχεία, που δεν είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας μπορεί να βρεθούν ξανά στο προσκήνιο, παρατείνοντας τον πολιτικό πονοκέφαλο για το Μαξίμου.
Το μόνο βέβαιο, είναι, ότι το Predator εξελίσσεται σε μια υπόθεση, που αρνείται να πεθάνει. Και όσο νέες πληροφορίες, συνεχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την κυβέρνηση, να πείσει ότι δεν γνώριζε, δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα. Γιατί σε ένα σκάνδαλο τέτοιου μεγέθους, οι σκιές δεν εξαφανίζονται με επικοινωνιακές ασκήσεις. Αντίθετα, μεγαλώνουν. Και πλέον πέφτουν βαριά, πάνω από το ίδιο το κέντρο της εξουσίας.
