Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, ακούγονται οι ίδιες λέξεις: «μνήμη», «σεβασμός», «ποτέ ξανά». Όμορφες φράσεις, καθαρές και γεμάτες συναίσθημα. Μόνο, που κάποιες φορές, δεν αρκούν. Γιατί υπάρχουν ημερομηνίες, που δεν ζητούν απλώς να τις θυμηθείς, αλλά να σταθείς απέναντί τους και να αντέξεις να κοιτάξεις την αλήθεια κατάματα. Και η 19η Μαΐου, είναι μία από αυτές.
Σήμερα, συμπληρώνονται 107 χρόνια από την κορύφωση της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Εκατόν επτά χρόνια, από τότε που ένας λαός, μπήκε στον δρόμο της εξορίας, της πείνας, των εκτοπισμών και του θανάτου. Εκατόν επτά χρόνια, από τότε που πάνω από 353.000 Έλληνες του Πόντου, χάθηκαν, επειδή γεννήθηκαν Έλληνες και χριστιανοί, σε μια γη όπου ζούσαν επί χιλιετίες. Και ίσως, το πιο σκληρό στοιχείο της σημερινής ημέρας, να μην είναι καν οι αριθμοί. Αλλά, το ότι ενώ εμείς θυμόμαστε τους νεκρούς μας, κάποιοι γιορτάζουν.
Για την Τουρκία, η 19η Μαΐου, είναι εθνική εορτή. Είναι η ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ, αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα το 1919, θέτοντας τις βάσεις, για τη δημιουργία του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Για εμάς, ωστόσο, η ίδια στιγμή, σηματοδοτεί την πιο βίαιη φάση ενός οργανωμένου εγκλήματος. Έτσι, δύο γειτονικοί λαοί, κοιτάζουν την ίδια ημερομηνία, και βλέπουν δύο εντελώς διαφορετικές εικόνες: από τη μία, παρελάσεις, εορτασμοί και σημαίες, ενώ, από την άλλη, πορείες θανάτου, θρήνος και μαζικοί τάφοι.
Δεν ήταν μια απλή τραγωδία, αλλά ένα προμελετημένο έγκλημα
Eδώ και δεκαετίες, υπάρχει μια επίμονη προσπάθεια, να παρουσιαστούν όσα συνέβησαν, ως αποτέλεσμα των συνθηκών ενός απλού πολέμου. Ως αναταραχές, μιας περιόδου, όπου κατέρρεαν αυτοκρατορίες και γεννιούνταν νέα κράτη. Μέγα λάθος. Δεν ήταν «ατύχημα της ιστορίας», ούτε μια σύγκρουση δύο στρατών, αλλά ένα οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης.
Οι Νεότουρκοι, είχαν ήδη αποφασίσει ότι οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Ανατολίας -και λοιπές μειονοτικές εθνοθρησκευτικές ομάδες- αποτελούσαν πρόβλημα που έπρεπε να εξαφανιστεί. Οι Έλληνες του Πόντου και της Μ. Ασίας, οι Αρμένιοι, οι Ασσύριοι και οι Κούρδοι, μετατράπηκαν εν μια νυκτί, σε «εσωτερικό εχθρό». Ως οι «άλλοι», που έπρεπε να εξολοθρευτούν. Και όταν μια εξουσία αρχίζει να περιγράφει ανθρώπους σαν πρόβλημα, η συνέχεια της ιστορίας είναι σχεδόν πάντα ίδια.
Οι δρόμοι του θανάτου
Πρώτα ήρθαν τα «Αμελέ Ταμπουρού». Τα περιβόητα τάγματα εργασίας, όπου χιλιάδες άνδρες οδηγήθηκαν για να πεθάνουν αργά από πείνα, κακουχίες και εξάντληση. Μετά, ήρθε η σειρά των γυναικών, των παιδιών και των ηλικιωμένων. Τους έβγαλαν από τα σπίτια τους και τους έσπρωξαν προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Επίσημα ήταν «μετακινήσεις πληθυσμών». Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν πορείες θανάτου. Άνθρωποι, που περπατούσαν επί εβδομάδες μέσα σε χιόνια, χωρίς νερό και τροφή. Παιδιά, που πέθαιναν στην αγκαλιά των μανάδων τους. Και οικογένειες, που εξαφανίζονταν στον δρόμο, χωρίς να αφήσουν πίσω ούτε έναν τάφο. Παράλληλα, χωριά καίγονταν, εκκλησίες λεηλατούνταν και κοινότητες αιώνων, εξαφανίζονταν μέσα σε λίγες ώρες. Δεν δολοφονήθηκαν μόνο άνθρωποι, αλλά, επιχειρήθηκε να δολοφονηθεί η ίδια η μνήμη.
Η γερμανική συμμετοχή και το μάθημα που δεν έμαθε ο κόσμος
Εκτός από τις φρικαλεότητες, υπάρχει και μια πτυχή, που σπάνια συζητείται, όσο θα έπρεπε. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν κινήθηκε μόνη της. Βρισκόταν σε στενή συνεργασία με τη Γερμανική Αυτοκρατορία και Γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι, είχαν παρουσία στον οθωμανικό στρατό. Μάλιστα, διπλωματικές αναφορές της εποχής, δείχνουν ότι υπήρχε γνώση για τις μαζικές μετακινήσεις και τις διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών.
Και η ιστορία θα αποκάλυπτε λίγες δεκαετίες αργότερα μια σκοτεινή αλήθεια: η ατιμωρησία γεννά νέα εγκλήματα. Τριάντα χρόνια μετά, η Ευρώπη θα βυθιζόταν στο σκοτάδι του Β’ Π.Π.. Οι μηχανισμοί, έμοιαζαν ανατριχιαστικά γνώριμοι: στοχοποίηση, αποκλεισμός, εκτοπισμός, εξόντωση. Η ανθρωπότητα, δεν κατάλαβε εγκαίρως, ότι όταν αφήνεις ένα έγκλημα να περάσει χωρίς λογοδοσία, το επόμενο γίνεται -σχεδόν- με φυσικό τρόπο.
Δεν ξεχνάμε, γιατί αν ξεχάσουμε, νικούν ξανά οι Γενοκτόνοι
Και όμως, οι Τούρκοι σφαγείς, απέτυχαν. Γιατί ο Πόντος δεν χάθηκε. Μπορεί οι Ρωμιοί να έχασαν σπίτια, περιουσίες, εκκλησίες και πατρίδα. Δεν έχασαν όμως τη γλώσσα τους, την πίστη, τα έθιμα και την ψυχή τους.
Έφτασαν στην Ελλάδα σαν πρόσφυγες και κατάφεραν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από το μηδέν. Και σήμερα, 107 χρόνια μετά, κάθε φορά που ακούγεται η ποντιακή λύρα, κάθε φορά που ένας νέος άνθρωπος μαθαίνει την ιστορία των προγόνων του, αποδεικνύεται κάτι καταπληκτικό: η ρίζα τους, κρατά ακόμα. «Η Ρωμανία αν ’πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο!», όπως λένε και οι ίδιοι.
Σήμερα δεν σκύβουμε το κεφάλι από θλίψη, αλλά το σηκώνουμε ψηλά. Για να το ακούσουν, όσοι επιμένουν να αρνούνται, όσοι ζητούν να ξεχάσουμε και όσοι πιστεύουν ότι η ιστορία θάβεται: Δεν ξεχνάμε, ούτε και συγχωρούμε τους σφαγείς Μογγόλους. Γιατί, η Τουρκία, δεν έχει Ιστορία, αλλά ποινικό μητρώο. Και όσο υπάρχουμε, οι 353.000 θα έχουν φωνή. Αιωνία τους η μνήμη.
