Η 21η Απριλίου, δεν είναι μέρα για πολιτικά μαθήματα. Είναι ημέρα μνήμης. Και όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, βγήκε να μιλήσει για «λαϊκισμό», «ψέματα» και «τοξικότητα», κατηγορώντας εμμέσως πλην σαφώς, την πατριωτική αντιπολίτευση και όποιον στηλιτεύει τα κακώς κείμενα της διακυβέρνησής του.
Με λίγα λόγια, είναι λες και απευθύνεται σε έναν λαό χωρίς κρίση, χωρίς μνήμη, χωρίς εμπειρία. Που ζει μακριά από την καθημερινότητα, που ο ίδιος έχει διαμορφώσει. Κι εδώ δεν μιλάμε απλώς για πολιτική υποκρισία, αλλά για πρόκληση μεγατόνων.
Η Ιστορία δεν ξεχνιέται κατά παραγγελία
Η αναφορά του πρωθυπουργού στο πραξικόπημα του 1967 και στην «πορεία ομαλότητας» της χώρας, θα μπορούσε να ευσταθεί, αν δεν συνοδευόταν από την αλαζονεία μιας εξουσίας, που θεωρεί ότι μπορεί να ξαναγράψει την Ιστορία, όπως τη βολεύει.
Γιατί η Ιστορία, δεν αρχίζει και δεν τελειώνει με ένα μήνυμα στα social media. Έχει συνέχεια, παρόν και παρελθόν. Και μέσα σε αυτό το παρελθόν, βρίσκεται και η αποστασία του 1965, με πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, που έριξε μια εκλεγμένη κυβέρνηση και άνοιξε τον δρόμο για όσα ακολούθησαν. Γιατί, η ανατροπή της κυβέρνησης του Γεώργιου Παπανδρέου, δεν ήταν ένα απλώς ένα «πολιτικό επεισόδιο». Ήταν ένα ρήγμα, που λίγο έλειψε να ρίξει ξανά τη χώρα, σε ένα νέο εμφύλιο σπαραγμό.
Και όταν σήμερα ο πολιτικός κληρονόμος εκείνης της διαδρομής, εμφανίζεται ως τιμητής της πολιτικής ζωής, η αντίφαση δεν κρύβεται. Φωνάζει.
«Λαϊκισμός» από ποιον;
Ο πρωθυπουργός, μίλησε για «φτηνό λαϊκισμό του ψέματος». Μόνο που η φράση αυτή, αντί να χτυπά την αντιπολίτευση, επιστρέφει σαν καθρέφτης στο ίδιο το Μαξίμου.
Γιατί, ποιος άραγε, μιλά για ψέμα; Η κυβέρνηση, που βάφτισε την ακρίβεια «εισαγόμενη»; Που παρουσιάζει μια Ελλάδα ευημερίας, όταν τα νοικοκυριά μετράνε τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα; Που μοίρασε δημόσιο χρήμα σε φιλικά μέσα ενημέρωσης, μέσω της περιβόητης λίστας Πέτσα, εξασφαλίζοντας τη σιωπή εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει έλεγχος;
Αυτό δεν είναι απλώς μια πολιτική τακτική. Είναι ένα καθεστώς επικοινωνίας, που έχει ως «όχημα» τις φανταχτερές αερολογίες και σκοπό τα likes από τα φιλοκυβερνητικά troll του Διαδικτύου και τους διορισμένους «ημέτερους».
Υποκλοπές: μια σκιά που δεν φεύγει
Υπάρχουν όμως και πράγματα που δεν «μακιγιάρονται». Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν ξεχνιέται, όσο και αν επιχειρείται να θαφτεί.
Με την ΕΥΠ υπό τον άμεσο έλεγχο του πρωθυπουργικού γραφείου, αποκαλύφθηκε ένα δίκτυο παρακολουθήσεων που άγγιξε πολιτικούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, ακόμη και κρίσιμα στελέχη του κρατικού μηχανισμού. Το όνομα Predator δεν είναι θεωρία. Είναι μια πραγματικότητα και ευθεία παραβίαση των δημοκρατικών ελευθεριών. Πρακτικές Stazi, με νεοφιλελεύθερο μανδύα.
Και απέναντι στο σκάνδαλο Predator, που εμπλέκει ευθέως το Μαξίμου; Σιωπή, υπεκφυγές και καμία ανάληψη ευθύνης. Ο ίδιος άνθρωπος που σήμερα μιλά για «απειλές», ο πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ, αυτός που φέρεται να παρήγγειλε το λογισμικό παρακολούθησης, είναι εκείνος που άφησε αυτή τη σκιά να απλωθεί πάνω από τη χώρα.
Τέμπη: η πληγή που μένει ανοιχτή
Και μετά, έρχονται τα Τέμπη. Εκεί όπου η πολιτική ρητορική τελειώνει και αρχίζει η ωμή πραγματικότητα της αδιαφορίας και της κρατικής συγκάλυψης.
Πενήντα επτά ζωές χάθηκαν. Όχι από «κακιά στιγμή», αλλά από ένα κράτος που δεν λειτούργησε όπως όφειλε. Από υποδομές που εγκαταλείφθηκαν. Από ευθύνες που δεν αναλήφθηκαν ποτέ όπως θα έπρεπε. Και αντί για καθαρές απαντήσεις, η κοινωνία είδε μια βιασύνη να κλείσει το θέμα. Να χαμηλώσουν οι τόνοι. Να ξεχαστεί. Ένα «μπάζωμα», που μόνο ένα ολοκληρωτικό καθεστώς θα σκαρφιζοταν.
Η Ελλάδα του σήμερα δεν είναι τα λόγια του αύριο
Ο Μητσοτάκης, μιλά για την «Ελλάδα του 2030». Για ανάπτυξη, σταθερότητα, προοπτική. Ωραία ακούγονται, ωστόσο, η Ελλάδα του σήμερα, λέει άλλα. Λογαριασμοί που δεν βγαίνουν, δημόσιες υπηρεσίες που υποχωρούν, νέοι που ψάχνουν διέξοδο εκτός συνόρων και μια αγορά που λειτουργεί με όρους λίγων και ισχυρών. Μα πάνω από όλα, μια εξουσία που «ζει στον κόσμο της», κάπου μεταξύ Κολωνακίου και Ζαππείου.
Μνήμη σημαίνει ευθύνη
Η 21η Απριλίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία. Είναι μια υπενθύμιση, για το που μπορεί να οδηγήσει νομοτελειακά μία περίοδος μακράς πολιτικής ανωμαλίας, σαν αυτή του ‘65 – ‘67. Δεν είναι για να τη χρησιμοποιεί κανείς ως πολιτικό σκηνικό και «πιστοποιητικό δημοκρατικότητας», αλλά για να μετρά τη στάση του απέναντι στην πατρίδα και την κοινωνία.
Όταν όμως αυτή η μέρα γίνεται αφορμή για διδαχές, από μια κυβέρνηση που κουβαλάει τόσα βαρίδια, τότε το μήνυμα χάνει την αξία του. Και δεν είναι θέμα ιδεολογίας, αλλά συνέπειας.
