Μπορεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη να παρουσιάζει την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά ως “επιτυχία”, ωστόσο για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, η πραγματικότητα είναι σχεδόν εφιαλτική.
Για τον απλό εργαζόμενο, που καλείται να ζήσει με 770 ευρώ καθαρά, αυτή η αύξηση – “βιτρίνα”, δεν αποτελεί λύση στα προβλήματά του, αλλά μια ακόμη επικοινωνιακή κατασκευή του κυβερνητικού επιτελείου, που δεν αντέχει στην καθημερινότητα. Γιατί τα 40 ευρώ μικτά, που είναι η… αύξηση, εξαφανίζονται πριν καν φανούν, μέσα σε ένα κύμα ακρίβειας που σαρώνει τα πάντα.
Η αύξηση – “μαϊμού” που δεν φτάνει ούτε για τα βασικά
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, αποτυπώνουν με ακρίβεια την κατάσταση που βιώνουμε: τα τρόφιμα αυξήθηκαν κατά 5,2% και η στέγαση κατά 2,6%, ενώ η ενέργεια και τα καύσιμα, παραμένουν σε επίπεδα-φωτιά. Ταυτόχρονα, η αμόλυβδη κινείται πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ τα ενοίκια που βρίσκονται σε συνεχή άνοδο, δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Έτσι, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η αύξηση του κατώτατου μισθού, δεν είναι πραγματική ενίσχυση, αλλά μια λογιστική διόρθωση, που απλώς προσπαθεί –ανεπιτυχώς– να καλύψει τις απώλειες από τον πληθωρισμό. Στην πράξη, ωστόσο, ο εργαζόμενος συνεχίζει να φτωχοποιείται.
4 στους 10 Έλληνες σε οικονομικό αδιέξοδο
Πλέον, η κοινωνική πίεση είναι γενικευμένη. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 41,8% των πολιτών, δεν μπορεί να καλύψει βασικές υποχρεώσεις όπως ενοίκιο, δάνεια και λογαριασμούς, ενώ για τα χαμηλά εισοδήματα, το ποσοστό φτάνει στο 75,7%.
Την ίδια στιγμή, το 50,5% αδυνατεί να καλύψει μια έκτακτη ανάγκη και το 46,6% δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε μία εβδομάδα διακοπών. Πρόκειται δηλαδή για μια κοινωνία που ζει χωρίς κανένα οικονομικό περιθώριο “ανάσας”, με τον φόβο της επόμενης ημέρας να γίνεται καθημερινότητα.
Παιδική φτώχεια και κοινωνική διάλυση
Ακόμη πιο δραματική είναι η εικόνα στα παιδιά μας. Το ποσοστό σοβαρών υλικών στερήσεων, φτάνει το 14,9%, ενώ για τους ανήλικους έως 17 ετών, αγγίζει το 15,9%. Δηλαδή, 1 στα 6 παιδιά στην Ελλάδα στερείται βασικά αγαθά.
Αυτό, ωστόσο, δεν είναι μια απλή οικονομική δυσκολία. Είναι μια κοινωνική κρίση σε πλήρη εξέλιξη, με ευθύνη συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, που αφήνουν πίσω τους μια κοινωνία χωρίς προοπτική.
Η Ελλάδα, ουραγός στην Ευρώπη
Τα στοιχεία της Eurostat, επιβεβαιώνουν την εικόνα που βιώνουμε: η Ελλάδα, βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αγοραστική δύναμη και σε μία από τις τελευταίες θέσεις.
Αυτό σημαίνει, ότι οι Έλληνες, ακόμη και με αυξήσεις μισθών, μπορούν να αγοράσουν λιγότερα σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Έτσι, η χώρα δεν πλησιάζει την Ευρώπη, όπως χρόνια διατείνονται οι… “άριστοι”, αλλά μένει πίσω.
Το παράδειγμα που αποκαλύπτει την αλήθεια
To πιο απλό και καθημερινό παράδειγμα, είναι το σουβλάκι. Το 2019, με κατώτατο μισθό 546 ευρώ καθαρά, ένας εργαζόμενος μπορούσε να αγοράσει περίπου 218 σουβλάκια. Σήμερα, με 770 ευρώ καθαρά, μπορεί να αγοράσει μόλις 175. Χωρίς να ξοδέψει ούτε 1 ευρώ, για κάποια άλλη του ανάγκη.
Έτσι, παρά την αύξηση των 40 ευρώ στον μισθό, η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί αισθητά. Ο πολίτης παίρνει περισσότερα στα χαρτιά, αλλά ζει χειρότερα στην πράξη. Αυτό είναι το πραγματικό αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής, που ακολουθείται από τη νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Κυβερνητικά νούμερα V.S. πραγματική ζωή
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, επικαλείται αύξηση 41,54% από το 2019 και ενίσχυση εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων. Όμως τα ποσοστά, δεν πληρώνουν λογαριασμούς.
Την ίδια στιγμή, η ΓΣΕΕ εκτιμά, ότι το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης για το 2026, φτάνει τα 1.052 ευρώ μικτά, αποκαλύπτοντας το τεράστιο χάσμα μεταξύ των πραγματικών αναγκών και των κυβερνητικών εξαγγελιών.
Ψίχουλα αντί για λύσεις
Η εικόνα, όμως, είναι ξεκάθαρη: η αύξηση του κατώτατου μισθού, δεν αποτελεί ουσιαστική κοινωνική πολιτική, αλλά επικοινωνιακή διαχείριση της φτώχειας. Όσο η ακρίβεια σε καύσιμα, τρόφιμα και ενοίκια συνεχίζει να καλπάζει, οι αυξήσεις αυτές θα μοιάζουν όλο και περισσότερο με ψίχουλα.
Για τον πολίτη που προσπαθεί να βγάλει τον μήνα, η πραγματικότητα δεν αλλάζει. Τα χρήματα τελειώνουν πριν τελειώσει ο μήνας. Και όσο αυτή η εικόνα παραμένει, τα κυβερνητικά πανηγύρια, θα ακούγονται ολοένα και πιο μακριά από την αλήθεια.
