Υπάρχουν ημερομηνίες, που δεν γίνεται να ξεχαστούν. Όπου το αίμα των θυμάτων, είναι ακόμα νωπό. Που επιμένουν να στέκονται μπροστά μας και να ζητούν καθαρή στάση. Η 24η Απριλίου είναι μία από αυτές. 111 χρόνια από την έναρξη της Γενοκτονίας των Αρμενίων, το ερώτημα δεν είναι τι έγινε τότε, αλλά τι κάνουμε εμείς σήμερα με τη γνώση της εγκληματικής φύσης του Τούρκου.
Το 1915, δεν ήταν απλά μια «δύσκολη εποχή», ούτε μια «σύγκρουση πληθυσμών», όπως, ίσως θέλουν κάποιοι. Ήταν η στιγμή, όπου η πολιτική βία, μετατράπηκε σε οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης ενός πληθυσμού. Γιατί, οι Νεότουρκοι δεν κινήθηκαν σπασμωδικά. Χτύπησαν πρώτα την ηγεσία των Αρμενίων, συλλαμβάνοντας διανοούμενους, ιερείς, πολιτικούς. Και μετά, άνοιξαν τον δρόμο για το αναπόφευκτο, φρικτό έγκλημα: εκτελέσεις, εκτοπίσεις, πορείες θανάτου, εξαφάνιση ενός ολόκληρου λαού, από τη γη που κατοικούσε επί αιώνες.
Περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι χάθηκαν. Όχι ως «παράπλευρη απώλεια» ενός πολέμου, αλλά ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής απόφασης. Και αυτό είναι που δεν αλλάζει, όσες δεκαετίες κι αν περάσουν, όσα αφηγήματα κι αν κατασκευαστούν από φιλότουρκους «ιστορικούς» και «διανοούμενους».
Δεν ήταν μόνο οι Αρμένιοι
Αν αυτή η επέτειος αφορά μόνο έναν λαό, τότε δεν έχουμε καταλάβει τίποτα. Η ίδια πολιτική που κατακρεούργησε τους Αρμένιους, στράφηκε και εναντίον των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, των Ασσυρίων και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής. Δεν πρόκειται, λοιπόν για αποσπασματικά γεγονότα, αλλά για ένα ενιαίο ιστορικό φαινόμενο.
Η στόχευση ήταν σαφής: η εξαφάνιση των χριστιανικών πληθυσμών από το υπό διαμόρφωση τουρκικό κράτος. Ό,τι δεν ταίριαζε στο νέο εθνικό αφήγημα, έπρεπε να εξαλειφθεί. Με κάθε τρόπο και μέσο.
Για τον Ελληνισμό, αυτό δεν είναι μια ξένη ιστορία. Είναι κομμάτι της συλλογικής του μνήμης. Και γι’ αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ουδετερότητα ή διπλωματική αμηχανία.
Η άρνηση είναι συνέχεια του εγκλήματος
Το γεγονός ότι, έναν αιώνα μετά, η Τουρκία εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά πολιτική επιλογή. Και αυτή η επιλογή, έχει συνέπειες στο υποσυνείδητο των γειτονικών της Εθνών.
Γιατί, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική συμφιλίωση, χωρίς αναγνώριση της αλήθειας. Δεν μπορεί να υπάρξει ιστορική ισορροπία, όταν ένα κράτος επιμένει να βαφτίζει τη σφαγή «εκτοπισμό». Καθώς οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες, αλλά κουβαλούν ευθύνη.
Η διεθνής κοινότητα έχει κάνει κάποια βήματα, αλλά με ρυθμούς που δεν τιμούν το μέγεθος του εγκλήματος. Αναγνωρίσεις υπάρχουν, ψηφίσματα υπάρχουν, δηλώσεις υπάρχουν. Εκεί, ωστόσο, όπου χωλαίνει η κατάσταση, είναι στην συνέπεια.
Η μνήμη δεν είναι τελετή
Κάθε χρόνο, τέτοιες ημέρες γεμίζουν με λόγια. Δηλώσεις, αναρτήσεις, εκδηλώσεις. Το ζήτημα όμως δεν είναι να θυμόμαστε για μια μέρα. Το ζήτημα είναι, να μην ξεχνάμε ποτέ.
Γιατί, η μνήμη δεν είναι επετειακή υποχρέωση, αλλά εργαλείο κρίσης. Είναι ο τρόπος του να καταλαβαίνεις πώς φτάνει μια κοινωνία στο σημείο να εξοντώνει έναν ολόκληρο λαό. Και, κυρίως, είναι ο τρόπος να αναγνωρίζεις τα σημάδια, προτού επαναληφθεί κάτι ανάλογο.
Η Ιστορία έχει δείξει τι συμβαίνει, όταν τα εγκλήματα μένουν ατιμώρητα. Η φράση «ποιος θυμάται τους Αρμένιους», δεν είναι απλώς μια ιστορική αναφορά, αλλά μια κυνική διαπίστωση που λειτούργησε ως άλλοθι για επόμενα εγκλήματα. Και ιδίως, αυτά που διαπράχθησαν κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π.
Η ευθύνη της Ελλάδας
Η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Και αυτό είναι το ελάχιστο. Το ζητούμενο είναι τι ακολουθεί.
Η στήριξή μας προς τον αρμενικό λαό, δεν μπορεί να εξαντλείται σε συμβολικές κινήσεις. Απαιτεί συνέπεια, πολιτική βούληση και καθαρό λόγο. Απαιτεί και κάτι ακόμη: κοινό μέτωπο μνήμης, με τους λαούς που βίωσαν την ίδια τραγωδία με εμάς.
Γιατί, τελικά, η μνήμη δεν είναι μόνο ιστορική υποχρέωση. Είναι και στρατηγική επιλογή. Επειδή οι λαοί που γνωρίζουν την ιστορία τους, δεν την αφήνουν να επαναληφθεί.
Κρατώντας την ουσία
Στο τέλος της ημέρας, πίσω από τις αναλύσεις και τις πολιτικές τοποθετήσεις, μένει κάτι απλό. Οι εκατομμύρια άνθρωποι που χάθηκαν άδικα, ολόκληρες κοινότητες που διαλύθηκαν, ένας πολιτισμός που χτυπήθηκε ύπουλα, με στόχο να εξαφανιστεί.
Το αν θα παραμείνει ζωντανή αυτή η μνήμη, δεν εξαρτάται από τα βιβλία της Ιστορίας, αλλά από το αν οι κοινωνίες, επιλέγουν να την κρατήσουν ενεργή.
Γιατί η 24η Απριλίου δεν ζητά συγκίνηση. Ζητά επίγνωση. Και η επίγνωση, αν είναι ειλικρινής, δεν αφήνει περιθώρια για μισόλογα και υπεκφυγές. Οι Τούρκοι, είναι ένας πρωτόγονος λαός άρπαγων και γενοκτόνων. Και έτσι, οφείλουμε να τους ετοιμάζουμε, μέχρι να πάψουν να αποτελούν απειλή για την Ειρήνη, στην ευρύτερη περιοχή.
