Υποκλοπές: Το αρχείο έγινε “πλυντήριο ευθυνών” για την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Η απόφαση του Αρείου Πάγου να κρατήσει ξανά στο αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών μέσω του λογισμικού Predator, δεν είναι απλώς μία ακόμη δικαστική εξέλιξη, αλλά ένα πολιτικό γεγονός πρώτης γραμμής. Και είναι, πάνω απ’ όλα, μία ακόμη διαβεβαίωση ότι η Δικαιοσύνη χειραγωγείται από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Σήμερα, 27 Απριλίου 2026, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, έκρινε ότι δεν υπάρχει λόγος να ανασυρθεί από το αρχείο η δικογραφία για τις υποκλοπές. Έκρινε ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δεν είναι «νέα στοιχεία» ικανά να ανατρέψουν το προηγούμενο πόρισμα του αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση. Με πιο απλά λόγια: το ανώτατο επίπεδο της εισαγγελικής ιεραρχίας, απάντησε «όχι» ακόμη και στο ίδιο το δικαστήριο που, μετά από ακροαματική διαδικασία, ζήτησε περαιτέρω διερεύνηση.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Διότι δεν μιλάμε για κάποια μικρή δικονομική λεπτομέρεια, αλλά για την υπόθεση στην οποία καταδικάστηκαν πρωτόδικα τέσσερα πρόσωπα που συνδέθηκαν με το Predator, με ποινές 126 ετών και 8 μηνών έκαστος, με εκτιτέα τα 8 έτη. Δηλαδή, η Δικαιοσύνη, είπε από τη μία ότι υπήρξε σοβαρότατη εγκληματική δράση, ενώ από την άλλη, όταν τίθεται το ερώτημα ποιοι οργάνωσαν, ποιοι γνώριζαν, ποιοι κάλυψαν, ποιοι χρησιμοποίησαν ή ποιοι ανέχθηκαν το σύστημα, απαντά ότι δεν χρειάζεται άλλη έρευνα. Αυτό δεν μοιάζει με απονομή Δικαιοσύνης, αλλά με μπάζωμα.

Το δικαστήριο ζήτησε έρευνα, ο Άρειος Πάγος απάντησε «αρχείο»

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, δεν ζήτησε γενικά και αόριστα να «ξαναδούμε την υπόθεση». Ζήτησε, ωστόσο, να διερευνηθούν κρίσιμες πτυχές: η πιθανή κατασκοπεία, η ενδεχόμενη εμπλοκή επιπλέον προσώπων και η συνέχιση διακίνησης ή λειτουργίας του λογισμικού μετά το 2022. Και όλα αυτά, σε μια υπόθεση όπου είχαν στοχοποιηθεί πολιτικοί, υπουργοί, δημοσιογράφοι, κρατικοί αξιωματούχοι, ακόμη και πρόσωπα με πρόσβαση σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

Όταν παγιδεύονται τηλέφωνα ανθρώπων, που βρίσκονται στον βαθύ πυρήνα του κράτους, δεν μπορεί η απάντηση να είναι «δεν βρέθηκαν κρατικά μυστικά, άρα δεν υπάρχει ζήτημα». Για να βρεθούν, πρέπει πρώτα να αναζητηθούν. Για να ελεγχθούν, πρέπει πρώτα να κληθούν μάρτυρες. Και για να αποκλειστεί η κατασκοπεία, πρέπει πρώτα να γίνει μια σοβαρή έρευνα. Η λογική «δεν βρήκαμε στοιχεία, επειδή δεν τα ψάξαμε» δεν είναι νομικό επιχείρημα. Είναι θεσμικός παραλογισμός.

Το βολικό αφήγημα των «δύο άσχετων κόσμων»

Ακόμη πιο βαρύ είναι το πολιτικό πλαίσιο. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να παρουσιάσει το σκάνδαλο ως κάτι που κινείται έξω από τον κρατικό μηχανισμό. Από τη μία η ΕΥΠ, από την άλλη το Predator. Δύο παράλληλοι κόσμοι, δήθεν άσχετοι μεταξύ τους. Μόνο που οι συμπτώσεις ήταν πολλές. Πάρα πολλές για να χωρέσουν στο βολικό αφήγημα της «ιδιωτικής υπόθεσης».

Η ΕΥΠ υπάγεται απευθείας στον πρωθυπουργό. Είναι ο πολιτικός της προϊστάμενος. Όταν λοιπόν σκάει ένα σκάνδαλο παρακολουθήσεων με θύματα πολιτικούς αντιπάλους, δημοσιογράφους, υπουργούς και κορυφαία στελέχη του κράτους, ο πρώτος που οφείλει να δώσει καθαρές απαντήσεις, είναι ο πρωθυπουργός. Όχι να κρύβεται πίσω από το απόρρητο, όχι να πετάει το μπαλάκι σε άλλους, ούτε να περιμένει από δικαστικές διατάξεις να καθαρίσουν πολιτικά το τοπίο.

Η σημερινή απόφαση, στην πράξη, προσφέρει στο Μέγαρο Μαξίμου αυτό που ζητούσε εδώ και χρόνια. Ένα θεσμικό χαρτί για να πει: «η υπόθεση έκλεισε». Μόνο που δεν έκλεισε. Σκεπάστηκε. Μπαζώθηκε, για την ακρίβεια.

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τα θύματα, αλλά ολόκληρη την κοινωνία

Διότι η υπόθεση των υποκλοπών δεν αφορά μόνο όσους παρακολουθήθηκαν. Αφορά κάθε πολίτη, που θέλει να ζει σε μια χώρα, όπου το κράτος δεν μετατρέπεται σε μηχανισμό επιτήρησης. Όπου η κυβέρνηση δεν ακολουθεί πρακτικές Στάζι.

Το ζήτημα με το Predator, αφορά τη Δημοκρατία, την εθνική ασφάλεια και το αν οι θεσμοί λειτουργούν ανεξάρτητα ή αν, όταν η υπόθεση ακουμπά το κέντρο της εξουσίας, ξαφνικά όλα μπαίνουν σε ένα συρτάρι με την ένδειξη «αρχείο».

Τα ερωτήματα για τον χειρισμό Τζαβέλλα

Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα. Ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, σύμφωνα με όσα καταγγέλλουν δικηγόροι θυμάτων, είχε υπάρξει επόπτης ή αναπληρωτής επόπτης της ΕΥΠ κατά την επίδικη περίοδο. Είχε επίσης υπογράψει, όπως αναφέρεται, άρση απορρήτου για τον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη, ο οποίος είναι μηνυτής στην υπόθεση. Αν αυτά ισχύουν, τότε προκύπτει αυτονόητο ερώτημα: μπορούσε πράγματι να χειριστεί ο ίδιος μια δικογραφία που αγγίζει την ΕΥΠ και την περίοδο της δικής του θεσμικής εμπλοκής;

Αυτό δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ανήκει στον πυρήνα της αξιοπιστίας της διαδικασίας. Διότι η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι ανεξάρτητη πρέπει και να φαίνεται ανεξάρτητη. Γιατί, όταν υπάρχουν τέτοιες σκιές, η επιλογή του να μη γίνει ούτε μία προανακριτική ενέργεια, να μην κληθεί ούτε ένας μάρτυρας, να μην εξεταστούν καταγγελλόμενα νέα στοιχεία και τελικά να μπει ξανά η υπόθεση στο αρχείο, δεν καθησυχάζει κανέναν. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει τους χειρότερους μας φόβους.

Ιδίως όταν, σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, συνήγοροι θυμάτων, είχαν ζητήσει να καταθέσουν νέα ευαίσθητα και εμπιστευτικά έγγραφα, καθώς και να ενημερωθούν για τον χειριστή της δικογραφίας. Η απάντηση, όπως λένε, δεν ήταν η έρευνα, αλλά η αρχειοθέτηση από τον Άρειο Πάγο. Την Παρασκευή, πρωτόκολλο για νέα στοιχεία, τη Δευτέρα κλείσιμο της υπόθεσης. Αν μη τι άλλο, το timing βγάζει μάτι.

Ο «σεβασμός στη Δικαιοσύνη» ως κυβερνητικό άλλοθι

Η κυβέρνηση, διά του Παύλου Μαρινάκη, έσπευσε να μιλήσει για «σεβασμό στη Δικαιοσύνη». Είναι η γνωστή άμυνα κάθε εξουσίας όταν μια απόφαση τη βολεύει. Όταν η Δικαιοσύνη αποφασίζει με τρόπο που εξυπηρετεί το κυβερνητικό αφήγημα, τότε είναι ανεξάρτητη και όλοι πρέπει να σωπάσουν. Όταν όμως ευρωπαϊκοί θεσμοί, ανεξάρτητες αρχές ή δικαστικοί λειτουργοί ακουμπούν άλλες πληγές της διακυβέρνησης, τότε αρχίζουν οι υπαινιγμοί, οι επιθέσεις και τα μαθήματα «θεσμικότητας». Αυτό δεν είναι σεβασμός στη Δικαιοσύνη, αλλά επιλεκτική επίκληση της Δικαιοσύνης.

Και βέβαια, η κριτική σε μια δικαστική κρίση δεν είναι επίθεση στους θεσμούς. Το αντίθετο. Σε μια Δημοκρατία, οι θεσμοί πρέπει να ελέγχονται και οι αποφάσεις να κρίνονται. Οι πολίτες, τα κόμματα, οι νομικοί, οι δημοσιογράφοι έχουν δικαίωμα —και υποχρέωση— να ρωτούν: έγινε πλήρης έρευνα; εξετάστηκαν όλα τα στοιχεία; κλήθηκαν όλοι οι κρίσιμοι μάρτυρες; απαντήθηκαν τα ερωτήματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου; διερευνήθηκε πραγματικά η πιθανότητα κοινής λειτουργίας ΕΥΠ και Predator; Εάν η απάντηση σε όλα αυτά είναι «όχι», τότε δεν έχουμε κλείσιμο υπόθεσης, αλλά «μπάζωμα» της αλήθειας.

Ένα θεσμικό τραύμα που δεν κλείνει με διάταξη

Η υπόθεση των υποκλοπών, είναι ίσως το πιο βαθύ θεσμικό τραύμα της «επταετίας» Μητσοτάκη. Όχι επειδή απλώς παρακολουθήθηκαν κάποιοι άνθρωποι. Αλλά επειδή, μετά τις αποκαλύψεις, ακολούθησε μια αλυσίδα συγκάλυψης: απόρρητο, Εξεταστική χωρίς ουσιαστικό φως, πολιτική αποφυγή ευθυνών, δικαστικά πορίσματα που άφησαν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα, και τώρα, νέα αρχειοθέτηση παρά την πρωτόδικη απόφαση και τις καταδίκες. Αυτή η εικόνα δεν τιμά τη χώρα, δεν τιμά τη Δικαιοσύνη, δεν τιμά τη Δημοκρατία. Και σίγουρα δεν αξίζει στον ελληνικό λαό.

Η Ελλάδα, δεν μπορεί να λειτουργεί ως μια χώρα όπου ο απλός πολίτης, συνθλίβεται για μια μικρή παράβαση, αλλά όταν το κράτος εμφανίζεται να παρακολουθεί πολιτικούς, στρατιωτικούς, δημοσιογράφους και υπουργούς, το σύστημα να σηκώνει τείχος προστασίας γύρω από τους ισχυρούς. Δεν μπορεί να υπάρχει Δημοκρατία αλά καρτ. Δεν μπορεί η εθνική ασφάλεια, να χρησιμοποιείται ως κουκούλα για την παραβίαση του Συντάγματος. Δεν μπορεί το απόρρητο να γίνεται άλλοθι ατιμωρησίας.

Τα αναπάντητα ερωτήματα μένουν στη μέση

Το ερώτημα παραμένει απλό και αμείλικτο: ποιος έφερε το Predator στην Ελλάδα; Ποιος το πλήρωσε; Ποιος το χρησιμοποίησε; Ποιος αποφάσισε τους στόχους; Ποιος ήξερε; Και γιατί κάθε φορά που η έρευνα «αγγίζει» το Μαξίμου, η υπόθεση βρίσκει μπροστά της έναν τοίχο;

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να πανηγυρίζει σιωπηλά. Μπορεί να μιλά για «θεσμικό σεβασμό». Μπορεί να προσπαθεί να πείσει ότι η χώρα πρέπει να γυρίσει σελίδα. Όμως, οι κοινωνίες, δεν γυρίζουν σελίδα, όταν η προηγούμενη είναι μουτζουρωμένη. Πρώτα, η «σελίδα» διαβάζεται, πρώτα λογοδοτούν όσοι πρέπει, πρώτα αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη.

Διότι η Δημοκρατία δεν αρχειοθετείται. Η αλήθεια δεν παραγράφεται τόσο εύκολα. Και το μπάζωμα, όσο βαθύ κι αν είναι, κάποια στιγμή υποχωρεί. Και τότε φαίνεται τι «μπαζώθηκε» από κάτω.

About The Author