parakoloythiseis-predator-ypoklopes

11 Δεκεμβρίου 2026. Τότε θα ξανανοίξει, σε δεύτερο βαθμό, μία από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις που τραυμάτισαν το κράτος δικαίου στη χώρα. Οι τέσσερις επιχειρηματίες που καταδικάστηκαν πρωτοδίκως, για την υπόθεση των υποκλοπών μέσω Predator, θα καθίσουν ξανά στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κουβαλώντας στις πλάτες τους την πρωτόδικη καταδίκη των 126 ετών και 8 μηνών ο καθένας, με εκτιτέα ποινή τα 8 χρόνια. Μέχρι τότε, παραμένουν ελεύθεροι λόγω της ανασταλτικής δύναμης της έφεσης.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο τι θα γίνει στις 11 Δεκεμβρίου. Το πραγματικό πρόβλημα είναι τι γίνεται μέχρι τότε. Γιατί όσο η δικογραφία για τις υποκλοπές κάνει βόλτες από γραφείο σε γραφείο, από υπηρεσία σε υπηρεσία και από βαθμίδα σε βαθμίδα, ο χρόνος δουλεύει υπέρ της παραγραφής. Και σε τέτοιες υποθέσεις, κάθε χαμένη ημέρα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά πολιτικό και θεσμικό γεγονός, που βολεύει “κάποιους”.

Η δευτεροβάθμια δίκη, ωστόσο, δεν θα πατήσει σε κενό, αλλά επάνω στα νέα στοιχεία που ανέδειξε η πολύμηνη ακροαματική διαδικασία του πρώτου βαθμού. Αυτή ακριβώς η διαδικασία ήταν που άνοιξε ξανά κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης, οδήγησε στην καταδίκη των τεσσάρων χωρίς ελαφρυντικά και ταυτόχρονα ενεργοποίησε νέο κύκλο ερευνών, τόσο για το σκέλος της κατασκοπείας όσο και για επιπλέον πρόσωπα που φέρονται να είχαν ρόλο στην ίδια αλυσίδα.

Κι εδώ ακριβώς αρχίζει το πιο ανησυχητικό κομμάτι. Γιατί οι πράξεις που συνθέτουν τον πυρήνα της υπόθεσης, έγιναν κυρίως το 2021 και αυτό σημαίνει ότι για αδικήματα πλημμεληματικού χαρακτήρα, ο κίνδυνος παραγραφής δεν είναι θεωρητικός, αλλά υπαρκτός Και όσο δεν κινούνται με ταχύτητα οι διαδικασίες για την επέκταση των διώξεων, την κλήτευση νέων προσώπων και την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος να σβήσουν πράξεις προτού καν φτάσουν στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Και αυτό είναι το σημείο που η υπόθεση παύει να αφορά μόνο τέσσερις ιδιώτες. Γιατί η πρωτόδικη απόφαση δεν στάθηκε μόνο στην καταδίκη τους, αλλά άνοιξε παράθυρο για περαιτέρω διερεύνηση, για άλλα πρόσωπα, για πιθανούς συνεργούς, για το ενδεχόμενο κατασκοπείας, για διαδρομές χρημάτων, για επιχειρησιακούς βραχίονες, για πρόσωπα που μέχρι σήμερα κινούνταν στη σκιά. Εκεί ακριβώς είναι που πρέπει να ανοίξουν στόματα και η που η πίεση της Δικαιοσύνης, θα μπορούσε να σπάσει τη σιωπή όσων μέχρι σήμερα παρίσταναν τους ανήξερους, τους περαστικούς ή τους απλούς εντολοδόχους.

Διότι ας το πούμε καθαρά. Σε μια υπόθεση τέτοιου μεγέθους, κανείς δεν πείθεται ότι όλα τελείωναν σε τέσσερα ιδιωτικά πρόσωπα και σε μερικές εταιρικές υπογραφές. Γιατί το Predator δεν ήταν παιδικό παιχνίδι, ούτε εργαλείο αυθαίρετης χρήσης από τυχαίους παράγοντες. Επρόκειτο για λογισμικό κατασκοπείας, συνδεδεμένο με διεθνή δίκτυα εμπορίας και κρατικές αδειοδοτήσεις. Το ίδιο το ισραηλινό κράτος, μέσω του υπουργείου Άμυνας, έχει αδειοδοτήσει εξαγωγές τέτοιων κυβερνο-προϊόντων προς κυβερνητικές οντότητες και υπηρεσίες πληροφοριών, όπως έχει καταγραφεί διεθνώς.

Από εκεί και πέρα, στην ελληνική πλευρά οι δύο κατευθύνσεις του νήματος οδηγούν αναπόφευκτα στην ίδια αφετηρία: στο Μαξίμου. Όχι αυθαίρετα, αλλά ως πολιτικό συμπέρασμα, που προκύπτει από την ίδια τη δομή της εξουσίας. Ο πρωθυπουργός είναι ο επικεφαλής της κυβέρνησης και ταυτόχρονα ο πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ. Όταν σε μια τέτοια υπόθεση εμφανίζονται ταυτόχρονα ιδιωτικά δίκτυα Predator, στοχοποιήσεις προσώπων, συμπτώσεις με κρατικού τύπου παρακολουθήσεις και μια διαρκής άρνηση να φτάσει η έρευνα μέχρι τέλους, τότε το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πολιτική διάσταση. Το ερώτημα είναι ποιος θα τολμήσει επιτέλους να την πει με το όνομά της.

Για αυτό και η αγωνία δεν αφορά μόνο την έφεση του Δεκεμβρίου. Αφορά το τώρα. Αφορά το αν η Δικαιοσύνη θα κινηθεί με την ταχύτητα που επιβάλλει η ίδια η φύση της υπόθεσης ή αν θα επιτρέψει να χαθεί υλικό, χρόνος και τελικά ευθύνη, μέσα στην ομίχλη των θεσμών. Γιατί, αν η δικογραφία συνεχίσει να «κάνει βόλτες», δεν θα μιλάμε απλώς για καθυστέρηση, αλλά για έμμεσο μονοπάτι προς σοβαρές παραγραφές. Και μαζί με τις παραγραφές θα έρχεται και το πιο βαρύ φορτίο: η υποψία συγκάλυψης.

Η 11η Δεκεμβρίου είναι μια κρίσιμη ημερομηνία. Δεν είναι όμως η λύση του γρίφου. Είναι απλώς ένας σταθμός. Η ουσία βρίσκεται στο αν μέχρι τότε θα έχουν γίνει οι κινήσεις που πρέπει, αν θα έχουν αποτραπεί οι παραγραφές, αν θα έχουν κληθεί όσοι οφείλουν να μιλήσουν και αν η έρευνα θα κοιτάξει επιτέλους προς τα πάνω και όχι μόνο προς τα πλάγια. Γιατί σε αυτή την ιστορία, αν μείνουν μόνο οι βιτρίνες και δεν αποκαλυφθούν οι εντολείς, τότε δεν θα έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Θα έχει απλώς στηθεί μια βολική μισή αλήθεια.

Και οι μισές αλήθειες είναι το πιο ασφαλές καταφύγιο κάθε σκανδάλου.

About The Author