Ο πόλεμος στο Ιράν δεν ξέσπασε από “κεραυνό εν αιθρία”. Ξεκίνησε έπειτα από στενό συντονισμό Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ, με καταλύτη ένα κρίσιμο τηλεφώνημα του Μπέντζαμιν Νετανιάχου προς τον Ντόναλντ Τραμπ στις 23 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με το Axios, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός μετέφερε στον Αμερικανό πρόεδρο πληροφορία για συγκέντρωση της κορυφής της ιρανικής ηγεσίας σε ένα σημείο, την ώρα που οι αμερικανικές επαφές με την Τεχεράνη είχαν ήδη βαλτώσει. Η CIA φέρεται να επιβεβαίωσε τα στοιχεία και λίγες ημέρες αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου, δόθηκε το οριστικό «πράσινο φως» για το χτύπημα που άνοιξε την πόρτα στη σημερινή σύγκρουση.
Αυτό έχει σημασία, γιατί καταρρίπτει το αφήγημα περί αυθόρμητης κλιμάκωσης. Οι πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι η στρατιωτική επιλογή είχε ωριμάσει νωρίτερα και ότι το τηλεφώνημα Νετανιάχου λειτούργησε ως επιταχυντής για το χρονοδιάγραμμα της επίθεσης. Από εκεί και πέρα, η περιοχή μπήκε σε μια τροχιά γενικευμένης ανάφλεξης, με αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα βαθιά μέσα στο ιρανικό έδαφος και με την Τεχεράνη να απαντά με συνεχείς πυραυλικές και drone επιθέσεις.
Τριάντα πέντε ημέρες μετά, το Ιράν έχει υποστεί βαριά φθορά, αλλά όχι συντριβή. Οι τελευταίες εκτιμήσεις αμερικανικών υπηρεσιών, όπως μεταδόθηκαν από το CNN και αναπαράγονται διεθνώς, αναφέρουν ότι περίπου οι μισοί εκτοξευτές πυραύλων του Ιράν παραμένουν λειτουργικοί, ενώ σημαντικό απόθεμα drones μίας χρήσης εξακολουθεί να είναι διαθέσιμο. Με απλά λόγια, η Τεχεράνη έχει χάσει περίπου το μισό επιθετικό της οπλοστάσιο μέσα σε πέντε εβδομάδες πολέμου, αλλά κρατά ακόμη αρκετή ισχύ ώστε να απειλεί ολόκληρη την περιοχή.
Ο λόγος είναι συγκεκριμένος: το Ιράν επί δεκαετίες έχτιζε άμυνα βάθους. Υπόγεια τούνελ, σπηλιές, διασπορά κρίσιμων συστημάτων, κινητοί εκτοξευτές και τακτική «χτυπώ και φεύγω». Γι’ αυτό και παρά τα αλλεπάλληλα πλήγματα, η εικόνα που βγαίνει από τις μυστικές υπηρεσίες απέχει από τον θριαμβευτικό τόνο του Λευκού Οίκου. Ακόμη και τώρα, παραμένουν ενεργές δυνατότητες σε πυραύλους, drones και παράκτια συστήματα που επηρεάζουν άμεσα τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση του πολέμου. Από τη μία, ο Τραμπ και το Πεντάγωνο υποστηρίζουν ότι οι ιρανικές δυνατότητες έχουν περιοριστεί δραστικά. Από την άλλη, οι ίδιες οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών δείχνουν ότι η απειλή μόνο νεκρή δεν είναι. Αυτό σημαίνει πως ο πόλεμος μπορεί να συνεχιστεί περισσότερο απ’ όσο δημόσια παραδέχεται η Ουάσινγκτον και πως η περιοχή απέχει πολύ από το να μπει σε φάση σταθεροποίησης.
Και ενώ το μέτωπο μένει ανοιχτό, ο οικονομικός λογαριασμός ήδη φουσκώνει. Για την αμερικανική πολεμική βιομηχανία, ο πόλεμος λειτουργεί σαν νέος κύκλος χρυσών συμβολαίων. Οι Financial Times έχουν καταγράψει ότι οι ΗΠΑ έχουν «κάψει» ποσότητες πυρομαχικών που αντιστοιχούν σε χρόνια παραγωγής, αυξάνοντας την πίεση για αναπλήρωση αποθεμάτων. Αυτό μεταφράζεται σε νέα δουλειά για κολοσσούς όπως οι RTX, Lockheed Martin, Northrop Grumman και Boeing, σε μια στιγμή που η Ουάσινγκτον συζητά ακόμη μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες και πρόσθετη χρηματοδότηση για τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Ταυτόχρονα, η μεγάλη κατανάλωση πυραύλων ακριβείας, αναχαιτιστικών και αντιαεροπορικών συστημάτων ανοίγει χώρο και για δεύτερη γραμμή κερδισμένων: εταιρείες που επενδύουν σε φθηνότερες λύσεις, anti-drone τεχνολογία και νέα αναχαιτιστικά χαμηλότερου κόστους. Το δίδαγμα από Ουκρανία και τώρα από Ιράν είναι σαφές: ο πόλεμος του 2026 δεν είναι μόνο υπόθεση των πανάκριβων συστημάτων, αλλά και των μαζικών, ευέλικτων και φθηνών λύσεων που μπορούν να βγουν γρήγορα στην παραγωγή.
Το τίμημα όμως για τις κοινωνίες της περιοχής είναι εντελώς διαφορετικό. Η σύγκρουση έχει στείλει τις τιμές της ενέργειας στα ύψη, με τις αγορές να αντιδρούν στον κίνδυνο παρατεταμένης διαταραχής στο Στενό του Ορμούζ. Την Παρασκευή 3 Απριλίου, το Brent κινήθηκε πάνω από τα 109 δολάρια το βαρέλι και το αμερικανικό αργό πάνω από τα 111 δολάρια, ενώ η JPMorgan προειδοποίησε ότι σε περίπτωση συνέχισης της κρίσης οι τιμές μπορεί να κινηθούν ακόμη και προς τα 150 δολάρια.
Η πίεση αυτή περνά ήδη στην αντλία. Στο Πακιστάν, για παράδειγμα, καταγράφηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες νέες απότομες αυξήσεις σε βενζίνη και ντίζελ λόγω της πολεμικής αναταραχής και του σοκ στην αγορά πετρελαίου. Παράλληλα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος επηρεάζει μεταφορές, τρόφιμα, λιπάσματα και βασικά καταναλωτικά αγαθά σε ένα ντόμινο που δεν σταματά στα σύνορα της Μέσης Ανατολής.
Με λίγα λόγια, ο πόλεμος στο Ιράν παράγει δύο εντελώς διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες. Στα γραφεία των αμυντικών ομίλων των ΗΠΑ γράφονται νέες παραγγελίες και νέοι ισολογισμοί. Στην αγορά καυσίμων και στα νοικοκυριά της περιοχής γράφεται ο λογαριασμός της κρίσης. Και αυτός, όπως συνήθως συμβαίνει στους πολέμους των μεγάλων, πληρώνεται από τους πολλούς.
