Το PosoKanei των… 5 εκατ. ευρώ και τα εποικοινωνιακά τερτίπια της Ν.Δ.

Η παρουσίαση της πλατφόρμας PosoKanei από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, συνοδεύτηκε από τη γνωστή επιχειρηματολογία περί διαφάνειας, ενίσχυσης του ανταγωνισμού και παροχής ενός ακόμη εργαλείου προς… όφελος του καταναλωτή. Η φιλοσοφία της εφαρμογής, είναι απλή: ο πολίτης, μπορεί να συγκρίνει τιμές προϊόντων μεταξύ διαφορετικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ και να επιλέξει την οικονομικότερη επιλογή.

Αναμφίβολα, πρόκειται για μια τεχνολογική υπηρεσία που διευκολύνει την πρόσβαση σε πληροφορίες. Το ερώτημα, όμως, που παραμένει αναπάντητο, είναι διαφορετικό. Μπορεί μια πλατφόρμα σύγκρισης τιμών, να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ακρίβειας, που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά ή όχι;

Η απάντηση, προκύπτει από τα ίδια τα δεδομένα, που παρουσιάζει η εφαρμογή. Το PosoKanei, καταγράφει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, τις υψηλές τιμές. Δεν προκύπτει, όμως, ότι διαθέτει κάποιον μηχανισμό που μπορεί να τις μειώσει, ούτε ρωτάει τον αγοραστεί εάν έχει να πληρώσει τη βενζίνη, για να φτάσει ως το κατάστημα με τις προσφορές.

Οι αριθμοί που αποκαλύπτουν το πραγματικό πρόβλημα

Αν κάποιος, περιηγηθεί στα στοιχεία που δημοσιοποιούνται μέσω της πλατφόρμας, θα διαπιστώσει ότι σε πολλές κατηγορίες προϊόντων οι τιμές στην Ελλάδα παραμένουν αισθητά υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Για παράδειγμα, στις 12 Ιουνίου, οι κάψουλες απορρυπαντικού πωλούνταν στη χώρα μας, με μέση τιμή 0,53 ευρώ ανά τεμάχιο, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος, διαμορφωνόταν στα 0,26 ευρώ. Πρόκειται για διαφορά που αγγίζει το 100%.

Ο στιγμιαίος καφές καταγραφόταν στα 45,5 ευρώ το κιλό, έναντι 40,45 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το γάλα υψηλής παστερίωσης έφτανε τα 2,52 ευρώ το λίτρο, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος ήταν 2,09 ευρώ. Το αλεύρι εμφανιζόταν στα 2,66 ευρώ το κιλό έναντι 1,99 ευρώ, ενώ το απορρυπαντικό πιάτων πωλούνταν στα 10,62 ευρώ το λίτρο, όταν στην Ευρώπη η μέση τιμή ήταν 7,29 ευρώ.

Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις σε ορισμένα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης. Τα δημητριακά σοκολάτας, καταγράφονταν στα 11,98 ευρώ το κιλό στην Ελλάδα έναντι 5,59 ευρώ στην Ευρώπη. Οι ψαροκροκέτες στα 14,87 ευρώ το κιλό έναντι 8,07 ευρώ. Οι μπάρες δημητριακών με σοκολάτα στα 27,61 ευρώ έναντι 14,74 ευρώ, ενώ το τζιν έφθανε τα 28,74 ευρώ το λίτρο όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 17,59 ευρώ.

Τα στοιχεία αυτά, είναι αποκαλυπτικά. Αναδεικνύουν ότι το πρόβλημα της ελληνικής αγοράς, δεν είναι η έλλειψη ενημέρωσης. Το πρόβλημα είναι, ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβότερα μια σειρά προϊόντων, την ίδια στιγμή που τα εισοδήματα δεν ακολουθούν την ίδια πορεία.

Αντί για την αντιμετώπιση του προβλήματος, η καταγραφή του

Για πολλούς, η φιλοσοφία πίσω από το PosoKanei, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μετατόπισης της συζήτησης, από την ουσία στην εικόνα. Όπως ακριβώς κάνει πάντα η ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη, από τον Ιούλιο του 2019, έως τώρα. Η ακρίβεια, δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, που λύνεται με καλύτερη πληροφόρηση. Δεν προέκυψε, επειδή οι πολίτες, δεν γνώριζαν τις τιμές στα ράφια. Ούτε, επειδή, δεν μπορούσαν να συγκρίνουν προσφορές, μεταξύ διαφορετικών αλυσίδων.

Οι αιτίες που διαμορφώνουν το κόστος ζωής, βρίσκονται αλλού. Στα αυξημένα περιθώρια κέρδους, που καταγγέλλουν οργανώσεις καταναλωτών, στις στρεβλώσεις της αγοράς, στις αδυναμίες των ελεγκτικών μηχανισμών, στο κόστος ενέργειας, στη φορολογική επιβάρυνση και στην απόσταση που χωρίζει πλέον τους μισθούς, από τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών. Πρόκειται, δηλαδή, για θέμα πολυπαραγοντικό, που δεν λύνεται επικοινωνιακά από ηλεκτρονικές πλατφόρμες καταγραφής τιμών και άλλες επικοινωνιακές φούσκες.

Η πλατφόρμα αυτή, μπορεί να δείξει ότι ένα προϊόν, είναι ακριβότερο στην Ελλάδα από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν μπορεί όμως να εξηγήσει γιατί συμβαίνει αυτό, ούτε να το διορθώσει.

Άλλη η καθημερινότητα, άλλη η εφαρμογή

Η βασική υπόθεση εργασίας του PosoKanei, είναι ότι ο καταναλωτής θα εντοπίσει τη χαμηλότερη τιμή και θα επωφεληθεί οικονομικά. Στην πράξη, όμως, η διαδικασία των αγορών είναι πολύ πιο σύνθετη. Ένα νοικοκυριό δεν αγοράζει μόνο καφέ, μόνο γάλα ή μόνο απορρυπαντικό. Κάθε εβδομάδα, χρειάζεται δεκάδες διαφορετικά προϊόντα. Τρόφιμα, είδη καθαρισμού, χαρτικά, βρεφικά προϊόντα, φρούτα, λαχανικά και κρέας συνθέτουν ένα ενιαίο καλάθι αγορών.

Το γεγονός, ότι ένα προϊόν, μπορεί να είναι φθηνότερο σε μια αλυσίδα και ένα δεύτερο σε μια άλλη, δεν σημαίνει ότι ο καταναλωτής έχει πραγματικό οικονομικό όφελος. Για να αξιοποιήσει πλήρως τα δεδομένα της πλατφόρμας, θα πρέπει να αφιερώσει χρόνο σε αναζητήσεις, συγκρίσεις και μετακινήσεις μεταξύ διαφορετικών καταστημάτων.

Στην πράξη, η θεωρητική εξοικονόμηση μερικών ευρώ, συχνά εξανεμίζεται, από το κόστος μετακίνησης και τον χρόνο που απαιτείται για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Οπότε, στην ουσία, έχουμε «μια τρύπα στο νερό».

Δεν είναι τυχαίο, ότι αρκετές καταναλωτικές οργανώσεις, έχουν επισημάνει πως αντίστοιχα εργαλεία στο παρελθόν, δεν κατάφεραν να αλλάξουν ουσιαστικά τη συμπεριφορά των νοικοκυριών, ακριβώς, επειδή, η καθημερινότητα, δεν επιτρέπει στους περισσότερους πολίτες, να μετατρέπονται σε επαγγελματίες «κυνηγούς προσφορών».

Οι επιφυλάξεις των οργανώσεων καταναλωτών

Η κριτική που έχει ασκηθεί στην πλατφόρμα, δεν προέρχεται μόνο από πολιτικά κόμματα. Επιφυλάξεις, έχουν διατυπωθεί και από εκπροσώπους καταναλωτικών οργανώσεων. Οι παρατηρήσεις τους, εστιάζουν κυρίως στο γεγονός, ότι το PosoKanei δεν καλύπτει πλήρως μικρότερα καταστήματα και παραγωγούς, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί, σε κατηγορίες προϊόντων, που αποτελούν σημαντικό μέρος της καθημερινής κατανάλωσης.

Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η δυνατότητα αξιοποίησης των λειτουργιών της πλατφόρμας, προϋποθέτει εξοικείωση με ψηφιακά εργαλεία. Ένα σημαντικό μέρος των ηλικιωμένων ή οικονομικά πιο ευάλωτων πολιτών, δεν διαθέτει πάντοτε αυτή τη δυνατότητα.

Πάνω απ’ όλα, όμως, οι οργανώσεις καταναλωτών, υπογραμμίζουν ότι η μείωση των τιμών, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω εφαρμογών. Απαιτεί, παρεμβάσεις στην αγορά, ενίσχυση των ελέγχων, αποτελεσματική εποπτεία της εφοδιαστικής αλυσίδας και μέτρα, που θα βελτιώνουν ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

Η συζήτηση για το κόστος και η πολιτική ουσία

Γύρω από την πλατφόρμα, έχει αναπτυχθεί και έντονη αντιπαράθεση σχετικά με το οικονομικό της κόστος. Καταναλωτικές οργανώσεις και επικριτές της κυβέρνησης, έχουν αναφερθεί σε ποσά που φθάνουν συνολικά τα 4,6 εκατ. ευρώ, συνδέοντας τη νέα εφαρμογή με προηγούμενα έργα και δαπάνες συντήρησης.

Η Νέα Δημοκρατία, πάντως, απορρίπτει τους ισχυρισμούς αυτούς και υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη δράση, έχει ανώτατο προϋπολογισμό 370.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, στο πλαίσιο χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Ανεξάρτητα από την αντιπαράθεση για το ακριβές ποσό, η πολιτική συζήτηση δεν εξαντλείται στο κόστος της εφαρμογής. Το κρίσιμο ζήτημα, είναι αν η κεντρική απάντηση της κυβέρνησης στην ακρίβεια, μπορεί να είναι μια πλατφόρμα καταγραφής τιμών.

Διότι τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της πληθωριστικής κρίσης, οι πολίτες εξακολουθούν να έρχονται αντιμέτωποι με ακριβότερα προϊόντα, υψηλότερους λογαριασμούς και αυξημένο κόστος διαβίωσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η δυνατότητα σύγκρισης τιμών μπορεί να αποτελεί μια χρήσιμη υπηρεσία. Δύσκολα, όμως, μπορεί να παρουσιαστεί, ως ουσιαστική απάντηση, στο πρόβλημα που καλούνται καθημερινά να αντιμετωπίσουν εκατομμύρια ελληνικά νοικοκυριά.

About The Author