ΚΡΑΤΙΚΟ CREDIT SCORE – ΠΟΣΟ ΑΠΕΧΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ… ΚΙΝΑ;

Τι συμβαίνει όταν το κράτος δεν αρκείται πλέον στο να γνωρίζει τι χρωστά ένας πολίτης, αλλά αρχίζει και να τον βαθμολογεί; Ποιος αποφασίζει ποιος είναι «αξιόπιστος» και ποιος όχι; Τι συνέπειες μπορεί να έχει ένας χαμηλός βαθμός στην πραγματική ζωή ενός ανθρώπου και, κυρίως, ποιος εγγυάται ότι ένα σύστημα που σήμερα παρουσιάζεται ως εργαλείο οικονομικής αξιολόγησης δεν θα επεκταθεί αύριο πολύ πέρα από τα όρια των τραπεζικών συναλλαγών; Την ώρα που η Ελλάδα αποκτά τον δικό της «κρατικό Τειρεσία», το ερώτημα δεν είναι αν γίναμε ήδη Κίνα. Είναι αν δημιουργούμε την υποδομή που, κάποια στιγμή, θα μπορούσε να μας οδηγήσει προς τα εκεί.

Η νομοθετική βάση του νέου συστήματος βρίσκεται στα άρθρα 48 έως 65 του νόμου 4972/2022, ενώ το πλαίσιο εξειδικεύθηκε το καλοκαίρι του 2026. Στις 18 Ιουνίου 2026 το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών παρουσίασε επίσημα δύο νέα εργαλεία: το Μητρώο Παρακολούθησης Ιδιωτικού Χρέους και το Σύστημα Πιστοληπτικής Αξιολόγησης.

Το δεύτερο αποτελεί, ουσιαστικά, έναν κρατικό μηχανισμό credit scoring. Για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο θα δημιουργείται μια ενιαία εικόνα πιστοληπτικής ικανότητας, ενώ για τα φυσικά πρόσωπα προβλέπονται βαθμίδες από Α έως D. Η απόφαση 117113 ΕΞ 2026, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 4422 της 20ής Ιουλίου 2026, προβλέπει μάλιστα τη δυνατότητα διασύνδεσης με φορείς πιστοληπτικής αξιολόγησης ώστε να παράγεται ενοποιημένη βαθμολογία.

Τι σημαίνει να είσαι «D»;

Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα. Τι σημαίνει στην πράξη για έναν πολίτη να καταταχθεί στις χαμηλότερες βαθμίδες πιστοληπτικής ικανότητας; Θα μπορεί να πάρει στεγαστικό δάνειο; Θα μπορεί να χρηματοδοτήσει την επιχείρησή του; Θα του ζητούνται μεγαλύτερες εγγυήσεις; Θα πληρώνει ακριβότερα την πίστωση;

Το ισχύον πλαίσιο δεν προβλέπει ότι ένας πολίτης με χαμηλό score χάνει αυτόματα το δικαίωμα δανεισμού. Ούτε προβλέπει ότι χάνει περίθαλψη, κοινωνικά επιδόματα ή δημόσια εκπαίδευση. Αυτό πρέπει να ξεκαθαριστεί.

Ωστόσο, ένας πολίτης με σημαντικές ληξιπρόθεσμες οφειλές θα εμφανίζει χειρότερη πιστοληπτική εικόνα. Και αν η βαθμολογία χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου, πόσο εύκολο θα είναι για έναν ήδη χρεωμένο άνθρωπο να πάρει τη χρηματοδότηση που ίσως χρειάζεται για να ορθοποδήσει;

Μήπως δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος; Χαμηλή οικονομική δυνατότητα, χαμηλό score, δυσκολότερη πρόσβαση σε πίστωση και, τελικά, ακόμη μεγαλύτερη αδυναμία οικονομικής επανένταξης;

Πόσο πραγματική είναι η «συναίνεση»;

Ο νόμος προβλέπει ότι ιδιώτης μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στην πιστοληπτική βαθμολογία με ρητή και ειδική συγκατάθεση του ενδιαφερομένου και για συγκεκριμένους πιστωτικούς σκοπούς. Αλλά τι σημαίνει συγκατάθεση στην πράξη;
Αν μια τράπεζα ή ένας άλλος πιστωτής πει στον πολίτη «ή μου δίνεις πρόσβαση στο score ή δεν εξετάζω τη συναλλαγή σου», πρόκειται πραγματικά για ελεύθερη επιλογή; Και κυρίως: Ποιος εγγυάται ότι οι επιτρεπόμενες χρήσεις του συστήματος θα παραμείνουν για πάντα αυτές που προβλέπονται σήμερα;

Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που διεθνώς περιγράφεται ως function creep: μια τεχνολογική υποδομή δημιουργείται για έναν συγκεκριμένο σκοπό και σταδιακά αποκτά νέες χρήσεις που δεν είχαν προβλεφθεί όταν θεσπίστηκε.

Και ποιος βαθμολογεί τα κόμματα;

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξετάσει κανείς τα οικονομικά των ίδιων των πολιτικών κομμάτων.

Σύμφωνα με τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό που περιλαμβάνεται στο διαθέσιμο υλικό, οι υποχρεώσεις της Νέας Δημοκρατίας αυξήθηκαν από 541.866.905 ευρώ το 2024 σε 602.139.154 ευρώ το 2025. Πρόκειται για αύξηση περίπου 60,3 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο.

Και εδώ προκύπτει ένα πολιτικό ερώτημα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: Αν η οικονομική συνέπεια πρέπει να μετατρέπεται σε αλγοριθμικό βαθμό για τον πολίτη, ποιος βαθμολογεί τα πολιτικά κόμματα; Θα περνούσε ένα κόμμα με υποχρεώσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων από αντίστοιχο σύστημα αξιολόγησης; Και αν όχι, γιατί; Πώς μπορεί ένας μικρομεσαίος επιχειρηματίας με μερικές χιλιάδες ευρώ οφειλές να χαρακτηρίζεται υψηλού πιστωτικού κινδύνου, όταν κόμματα που διαχειρίζονται εξουσία εμφανίζουν χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων;

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων είχε ήδη εκφράσει ανησυχίες

Οι προβληματισμοί δεν εμφανίστηκαν εκ των υστέρων. Ήδη το 2022, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με τη Γνωμοδότηση 4/2022, ζήτησε επανεξέταση συγκεκριμένων σημείων του νομοσχεδίου ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με τον GDPR.

Ζήτησε επίσης να πραγματοποιηθεί εκτίμηση αντικτύπου για την προστασία προσωπικών δεδομένων, αλλά και ειδική αλγοριθμική εκτίμηση αντικτύπου πριν από την εφαρμογή του συστήματος. Γιατί χρειάζονται τέτοιες δικλίδες; Τι συμβαίνει εάν υπάρχουν λανθασμένα δεδομένα; Πώς διορθώνει ο πολίτης μια άδικη βαθμολογία; Θα γνωρίζει με σαφήνεια γιατί βρίσκεται στο C ή στο D; Ποιος ελέγχει τον αλγόριθμο και ποιος μπορεί να ανατρέψει την απόφασή του;

Το παράδειγμα της Κίνας

Η Κίνα δεν διαθέτει, όπως συχνά παρουσιάζεται, έναν ενιαίο αριθμό που καθορίζει ολόκληρη τη ζωή κάθε πολίτη. Διαθέτει όμως ένα σύνθετο οικοσύστημα από κρατικά μητρώα, blacklists, συστήματα οικονομικής αξιολόγησης και τοπικούς μηχανισμούς κοινωνικής πιστοληπτικής βαθμολόγησης.

Σε ορισμένα τοπικά συστήματα έχουν χρησιμοποιηθεί βαθμοί και κανόνες που δεν αφορούν μόνο οικονομικές παραβάσεις αλλά και συμπεριφορές που οι αρχές θεωρούν κοινωνικά επιθυμητές ή ανεπιθύμητες. Υπάρχουν επίσης πραγματικές κινεζικές «μαύρες λίστες» για οφειλέτες που δεν συμμορφώνονται με δικαστικές αποφάσεις. Από το 2015 ισχύουν ρυθμίσεις που μπορούν να περιορίσουν αεροπορικά ταξίδια, ακριβές θέσεις σε τρένα, διαμονή σε πολυτελή ξενοδοχεία, αγορά ακινήτων ή μη απαραίτητων αυτοκινήτων και ακόμη τη φοίτηση παιδιών σε ιδιαίτερα ιδιωτικά σχολεία.

Δεν πρόκειται για κύρωση επειδή κάποιος απλώς «έχασε πόντους», αλλά δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν η οικονομική ή διοικητική αξιοπιστία ενός ανθρώπου αρχίζει να συνδέεται με ολοένα περισσότερες πλευρές της ζωής του.

Θα γίνουμε Κίνα;

Για την ώρα, η απάντηση είναι όχι. Ο ελληνικός μηχανισμός αφορά πιστοληπτική αξιολόγηση και όχι βαθμολόγηση κοινωνικής ή πολιτικής συμπεριφοράς.

Επιπλέον, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, ο γνωστός AI Act, θέτει συγκεκριμένη κόκκινη γραμμή. Το άρθρο 5 απαγορεύει μορφές social scoring που βασίζονται σε κοινωνική συμπεριφορά ή προσωπικά χαρακτηριστικά και οδηγούν σε δυσμενή μεταχείριση ανθρώπων σε άσχετο ή δυσανάλογο πλαίσιο. Οι συγκεκριμένες απαγορεύσεις εφαρμόζονται από τις 2 Φεβρουαρίου 2025.

Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό. Ποιοι θεσμικοί φραγμοί εξασφαλίζουν ότι το οικονομικό score δεν θα μετατραπεί ποτέ σε social score; Ποιος εγγυάται ότι αύριο δεν θα χρησιμοποιείται σε περισσότερες ιδιωτικές συναλλαγές; Ότι δεν θα συνδεθεί με στέγαση, ασφάλιση ή άλλες υπηρεσίες; Ότι δεν θα ενσωματωθούν νέα δεδομένα; Ότι μια μελλοντική κυβέρνηση δεν θα αποφασίσει να διευρύνει τον σκοπό του;

Γιατί μια δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν ένα αυταρχικό σύστημα εγκαθίσταται από τη μια ημέρα στην άλλη. Μπορεί να κινδυνεύσει και όταν η κοινωνία συνηθίζει, βήμα προς βήμα, στην ιδέα ότι ο πολίτης πρέπει να καταγράφεται, να αξιολογείται και να βαθμολογείται.

Και πριν συνηθίσουμε την ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συνοψίζεται σε ένα Α, Β, C ή D, υπάρχει μια τελευταία ερώτηση που αξίζει να απαντηθεί: Ποιος βαθμολογεί εκείνους που αποφάσισαν να βαθμολογούν εμάς;