Η Ελλάδα, είναι από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ένας κυνηγός μπορεί να χρησιμοποιήσει λειόκαννο κυνηγετικό όπλο, αλλά όχι ένα ραβδωτό κυνηγετικό τυφέκιο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Πρόκειται απλώς για έναν κανόνα ασφαλείας ή πίσω από αυτή την ελληνική ιδιαιτερότητα, βρίσκεται μια πολύ παλαιότερη αντίληψη του κράτους για την οπλοκατοχή, η οποία διαμορφώθηκε στα ταραγμένα χρόνια μετά τον Εμφύλιο;
Το ερώτημα αυτό, απασχολεί εδώ και χρόνια τον ελληνικό κυνηγετικό κόσμο. Μια διαδεδομένη άποψη, θέλει τον αποκλεισμό των ραβδωτών από τη θήρα, να έχει τις ρίζες του στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, όταν η ύπαρξη μεγάλου αριθμού τυφεκίων στα χέρια πολιτών, αντιμετωπιζόταν ως σοβαρό ζήτημα εσωτερικής ασφάλειας. Είναι έτσι όμως;
Η βαριά «σκιά» του Εμφυλίου
Η Ελλάδα, βγήκε από τη δεκαετία του 1940, έχοντας περάσει Κατοχή, Αντίσταση και Εμφύλιο Πόλεμο. Στρατιωτικός οπλισμός, είχε κυκλοφορήσει ευρέως κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου και το μεταπολεμικό κράτος, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον έλεγχο των όπλων που βρίσκονταν στα χέρια πολιτών, ιδίως μετά τον καταστροφικό Εμφύλιο.
Μέσα στον κυνηγετικό χώρο, επιβιώνει έτσι εδώ και δεκαετίες, η άποψη ότι η ελληνική καχυποψία απέναντι στα ραβδωτά τυφέκια, αποτελεί κατάλοιπο της μετεμφυλιακής εποχής.
Το σκεπτικό, δεν είναι ότι κάθε ραβδωτό είναι «πολεμικό». Άλλωστε η ίδια η νομοθεσία, διαχωρίζει τις δύο έννοιες. Το κρίσιμο χαρακτηριστικό είναι διαφορετικό: Ένα ραβδωτό τυφέκιο προσφέρει μεγαλύτερη ακρίβεια και δραστική εμβέλεια, από ένα συνηθισμένο λειόκαννο.
Γεννάται επομένως το ερώτημα: μήπως το κράτος δεν ήθελε να δημιουργηθεί, μέσω της κυνηγετικής ιδιότητας, ένας εύκολος δρόμος για την ευρεία κατοχή τυφεκίων μεγάλης εμβέλειας από πολίτες;
Μέχρι σήμερα, δεν έχει εντοπιστεί κάποια νομοθετική αιτιολογία, που να αναφέρει ρητά τον φόβο ενός νέου Εμφυλίου. Ωστόσο, η συγκεκριμένη εξήγηση, εξακολουθεί να ακούγεται στον κυνηγετικό χώρο, ενώ η στάση του κράτους, παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα και επίμονη συνέχεια.
Τι φοβάται το κράτος από τα ραβδωτά;
Η συζήτηση του 2010-2011 είναι αποκαλυπτική.
Κατά τη δημόσια διαβούλευση, για την αλλαγή της νομοθεσίας περί όπλων, κατατέθηκαν προτάσεις, ώστε να αναγνωριστούν ως κυνηγετικά και όπλα με κάννη «λεία ή ραβδωτή ή συνδυασμό αυτών».
Δεν προτάθηκε ανεξέλεγκτη απελευθέρωση. Τέθηκαν ζητήματα συγκεκριμένων διαμετρημάτων, ειδικών προϋποθέσεων και περιορισμών.
Και η κυβέρνηση, αρνήθηκε.
Ο τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Χρήστος Παπουτσής, εξηγώντας το 2011 στη Βουλή τη θέση της κυβέρνησης, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην πιθανότητα κατοχής ραβδωτών όπλων με διόπτρες και στη χρήση τους για το κυνήγι αγριόχοιρου, επισημαίνοντας παράλληλα ότι δεν πρέπει να παραβλέπεται η «διάσταση της εγκληματικότητας».
Η αναφορά αυτή, είναι χαρακτηριστική. Η ένσταση δεν ήταν ότι το ραβδωτό είναι ακατάλληλο για θήρα. Αντίθετα, ακριβώς, η ακρίβεια, η ισχύς και η εμβέλειά του, αποτελούν μέρος του κρατικού προβληματισμού.
Δηλαδή, δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο, το ζήτημα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται όχι αποκλειστικά ως θέμα κυνηγιού, αλλά και ως θέμα ελέγχου της οπλοκατοχής και δημόσιας ασφάλειας.
Όλο το νομοθετικό πλαίσιο
Η απαγόρευση δεκαετιών, έχει διατηρηθεί μέσα από μια μακρά ακολουθία νομοθετικών ρυθμίσεων.
– Ν.Δ. 86/1969 – Δασικός Κώδικας (ΦΕΚ Α΄ 7/18.1.1969): Στο άρθρο 252, προσδιορίζεται το σύνηθες κυνηγετικό όπλο με κάννη, της οποίας το εσωτερικό είναι «λείον και ουχί ραβδωτόν».
Παράλληλα, απαγορεύεται ξεχωριστά η χρησιμοποίηση πολεμικού πυροβόλου όπλου. Επομένως, ο νομοθέτης δεν ταυτίζει αυτομάτως το ραβδωτό με το πολεμικό, αλλά αποκλείει το πρώτο, από το επιτρεπόμενο κυνηγετικό όπλο.
– Ν. 177/1975 (ΦΕΚ Α΄ 205/27.9.1975):
Μεταπολιτευτική τροποποίηση των διατάξεων του Δασικού Κώδικα περί θήρας, χωρίς ανατροπή της βασικής επιλογής για τα ραβδωτά.
– Ν. 495/1976 περί όπλων (ΦΕΚ Α΄ 337/10.12.1976):
Ο διαχωρισμός, ενσωματώνεται πλέον και στη γενικότερη νομοθεσία περί όπλων, με το κυνηγετικό να προσδιορίζεται ως λειόκαννο και όχι ραβδωτό.
– ΚΥΑ 414985/1985 (ΦΕΚ Β΄ 757/18.12.1985):
Ρυθμίζει πρόσθετα ζητήματα, σχετικά με τα μέσα και τις μεθόδους άσκησης της θήρας και συμπληρώνει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο.
– Ν. 2168/1993 (ΦΕΚ Α΄ 147/3.9.1993):
Αποτελεί τον κορμό της σύγχρονης νομοθεσίας περί όπλων. Στο άρθρο 1, διατηρείται ο χαρακτηριστικός ορισμός του κυνηγετικού όπλου με εσωτερικό κάννης
«λείο και όχι ραβδωτό»
– Ν. 3169/2003 (ΦΕΚ Α΄ 189/24.7.2003):
Τροποποιεί επιμέρους διατάξεις του Ν. 2168/1993, χωρίς να αναγνωρίζει τα ραβδωτά ως κοινά κυνηγετικά όπλα.
– Ν. 3944/2011 (ΦΕΚ Α΄ 67/5.4.2011):
Τροποποιεί τον Ν. 2168/1993, στο πλαίσιο προσαρμογής στην ευρωπαϊκή νομοθεσία. Είχε προηγηθεί η δημόσια συζήτηση για τα ραβδωτά, χωρίς τελικά να αρθεί ο αποκλεισμός τους από τη θήρα.
– Ν. 4678/2020 (ΦΕΚ Α΄ 70/20.3.2020):
Νεότερη προσαρμογή του ελληνικού δικαίου στην ευρωπαϊκή νομοθεσία περί πυροβόλων όπλων. Ο ιδιαίτερος ελληνικός περιορισμός δεν καταργήθηκε.
Η διαδρομή είναι χαρακτηριστική: Διαφορετικές κυβερνήσεις και πολιτικές περίοδοι, αλλά η βασική αρχή παραμένει.
Οι κυνηγοί ζητούν εδώ και χρόνια αλλαγή και κάθε κυνήγι θέλει το όπλο του
Από την άλλη πλευρά, βρίσκεται ο ίδιος ο κυνηγετικός κόσμος. Κυνηγετικοί φορείς, έχουν επανειλημμένα θέσει ζήτημα άρσης της απαγόρευσης, ενώ σύμφωνα με δημοσιεύματα του ειδικού Τύπου σχετικές εισηγήσεις κατατίθενται εδώ και δεκαετίες.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στο κυνήγι του αγριόχοιρου, όπου το ραβδωτό μπορεί να προσφέρει σαφώς μεγαλύτερη ευθυβολία από ένα λειόκαννο που χρησιμοποιεί μονόβολο.
Εδώ, όμως, πάρχει όμως μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Στην ελληνική πραγματικότητα, πολλοί κυνηγοί αγριόχοιρου, επιλέγουν λειόκαννα με φυσίγγια που περιέχουν δράμια και όχι μονόβολα. Τα δράμια δημιουργούν διασπορά, ενώ το μονόβολο απαιτεί ουσιαστικά βολή ενός μόνο βλήματος και μεγαλύτερη ακρίβεια.
Αυτό έχει σημασία για τη συζήτηση περί ραβδωτών. Γιατί; Ακριβως επειδή, το ραβδωτό τυφέκιο, απαιτεί ακριβώς διαφορετική φιλοσοφία βολής: ένα βλήμα και στοχευμένη βολή ακριβείας.
Το λειόκαννο, από την άλλη, παρέχει στον κυνηγό τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει, όπου είναι νόμιμο και κατάλληλο, διαφορετικού τύπου γομώσεις. Την ώρα που το ραβδωτό, είναι πολύ περισσότερο εξειδικευμένο π.χ. για κυνήγι ελαφιού, η θήρα του οποίου απαγορεύεται ρητά στην Ελλάδα.
Έτσι προκύπτει ένα παράδοξο: Ενώ θεσμικά υπάρχει εδώ και χρόνια αίτημα για τα ραβδωτά, δεν είναι δεδομένο ότι η νομιμοποίησή τους θα οδηγούσε αυτομάτως τη μεγάλη μάζα των κυνηγών αγριόχοιρου στην εγκατάλειψη των λειόκαννων.
Πιθανότερα, θα ενδιέφερε περισσότερο εκείνους που ήδη προτιμούν τη λογική του μονόβολου και αναζητούν μεγαλύτερη ακρίβεια, ευθυβολία και επιλογές διαμετρήματος.
Ασφάλεια ή ένας περιορισμός άλλης εποχής;
Υπάρχει, βεβαίως, σοβαρό ζήτημα ασφάλειας. Ένα βλήμα ραβδωτού, μπορεί να παραμείνει επικίνδυνο σε σημαντικά μεγαλύτερες αποστάσεις. Όπως και τα βλήματα που χρησιμοποιούνται για αγριογούρουνα, σε κοντινές αποστάσεις. Κάθε χρόνο θρηνούμε νεκρούς κυνηγούς, που πυροβολήθηκαν από φίλους ή συγγενείς τους καταλάθος.
Η χρήση των λειόκαννων τυφεκείων, απαιτεί εκπαίδευση, αυστηρό έλεγχο της κατεύθυνσης βολής και ασφαλές υπόβαθρο πίσω από τον στόχο.
Αυτό, όμως, οδηγεί και σε ένα δεύτερο ερώτημα: δικαιολογεί τον απόλυτο αποκλεισμό ή θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ειδική άδεια, εξετάσεις, εκπαίδευση και συγκεκριμένους περιορισμούς;
Και εδώ, επιστρέφουμε πάλι στον Εμφύλιο.
Κανένα νομοθετικό κείμενο που έχει εντοπιστεί, δεν αναφέρει ρητά ότι η απαγόρευση, επιβλήθηκε υπό τον φόβο μιας νέας εμφύλιας σύγκρουσης.
Υπάρχει όμως μια αξιοπρόσεκτη ιστορική συνέχεια: Η μετεμφυλιακή Ελλάδα, αντιμετωπίζει την οπλοκατοχή ως κρίσιμο ζήτημα εσωτερικής ασφάλειας, ο αποκλεισμός των ραβδωτών αποτυπώνεται καθαρά στη νομοθεσία του 1969, επιβιώνει της Μεταπολίτευσης και, όταν η αλλαγή συζητείται ξανά το 2011, το ίδιο το κράτος επικαλείται ακόμη και την εγκληματικότητα.
Μήπως, λοιπόν, ένας περιορισμός που εξακολουθεί να ισχύει στον 21ο αιώνα, κουβαλά μαζί του και τη νοοτροπία μιας πολύ διαφορετικής Ελλάδας;
Ίσως αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα πίσω από τη συζήτηση για τα ραβδωτά. Το κατά πόσο η σημερινή απαγόρευση, αφορά τις σύγχρονες ανάγκες ασφαλούς κυνηγιού ή αποτελεί κληρονομιά, μιας παλαιότερης κρατικής αντίληψης, για το ποια όπλα πρέπει να μπορούν να βρίσκονται στα χέρια των πολιτών.
