ΜΠΑΖΩΜΑ-8

Τρία χρόνια μετά την εθνική τραγωδία των Τεμπών, η χώρα βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα ερώτημα που δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει: γιατί τώρα; Γιατί έπρεπε να περάσουν τρία ολόκληρα χρόνια, αμέτρητες καταγγελίες, πιέσεις συγγενών, δικαστικές εντάσεις και κατασχέσεις υλικού, για να αρχίσει να βγαίνει στο φως οπτικό υλικό από τις πρώτες ώρες μετά τη σύγκρουση;

Όσα ακούστηκαν στη σημερινή διαδικασία δεν προκαλούν απλώς αίσθηση. Προκαλούν οργή. Γιατί πλέον δεν μιλάμε μόνο για την ανείπωτη φρίκη της σύγκρουσης που άφησε πίσω της 57 νεκρούς. Μιλάμε και για όσα έγιναν μετά. Για τον τρόπο με τον οποίο αλλοιώθηκε ο χώρος της τραγωδίας. Για τις καταγγελίες ότι κρίσιμο υλικό έμεινε εκτός δικογραφίας. Για την αίσθηση ότι η αλήθεια δεν ήρθε στο φως όταν έπρεπε, αλλά σύρθηκε μέχρι τη δημοσιότητα με το ζόρι.

Οι δικηγόροι των οικογενειών μίλησαν ανοιχτά για βίντεο, φωτογραφίες και λήψεις από drone από τις πρώτες ώρες μετά το δυστύχημα, υλικό που — όπως υποστηρίζουν — αποτυπώνει καρέ καρέ την αλλοίωση του χώρου. Μπουλντόζες, εργάτες, παρεμβάσεις, απομακρύνσεις αντικειμένων. Εικόνες που, αν επιβεβαιώσουν όσα καταγγέλλονται, δεν αφήνουν περιθώριο για παρερμηνείες: ο τόπος μιας μαζικής τραγωδίας, αντί να διαφυλαχθεί ως ιερός χώρος αποδείξεων, φέρεται να αντιμετωπίστηκε σαν εργοτάξιο.

Και εδώ βρίσκεται το πιο βαρύ κομμάτι της υπόθεσης. Όχι μόνο στο τι δείχνει το υλικό, αλλά στο πότε δόθηκε. Διότι σε κάθε σοβαρό κράτος δικαίου, σε μια υπόθεση με δεκάδες νεκρούς, το αυτονόητο είναι ένα: κάθε φωτογραφία, κάθε βίντεο, κάθε λήψη από drone, κάθε καταγραφή από τις πρώτες ώρες πρέπει να εντάσσεται αμέσως στην έρευνα. Χωρίς σκιές. Χωρίς καθυστερήσεις. Χωρίς «ξεχασμένα» αρχεία. Χωρίς την κοινωνία να αναρωτιέται αν υπήρχαν στοιχεία που κάποιοι είδαν, κάποιοι είχαν, αλλά δεν έφτασαν ποτέ εκεί όπου έπρεπε.

Γιατί αυτό ακριβώς εξοργίζει σήμερα τους πολίτες. Ότι δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική ή διαδικαστική εκκρεμότητα. Αν πράγματι υπήρχε τόσο κρίσιμο υλικό και δεν είχε συμπεριληφθεί έγκαιρα στη δικογραφία, τότε δεν μιλάμε για μια απλή παράλειψη. Μιλάμε για μια θεσμική πληγή. Για μια υπόθεση που, αντί να φωτίζεται από την πρώτη στιγμή με όρους πλήρους διαφάνειας, προχωρά μέσα από αποσπασματικές αποκαλύψεις, με τους συγγενείς να δίνουν μάχη όχι μόνο για δικαίωση, αλλά και για τα αυτονόητα.

Και το ερώτημα γίνεται πια ασήκωτο: ποιος αποφάσισε, ποιος παρέλειψε, ποιος άφησε αυτό το υλικό να μείνει εκτός δημόσιας και δικαστικής εικόνας για τόσο μεγάλο διάστημα; Ποιος θα εξηγήσει γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2026 για να δούμε μέρος ενός υλικού που αφορά τις πρώτες ώρες μετά το έγκλημα; Ποιος θα λογοδοτήσει για το γεγονός ότι οι οικογένειες των θυμάτων έπρεπε να περιμένουν τρία χρόνια για να αποκτήσουν πρόσβαση σε υλικό που θα μπορούσε να είναι καθοριστικό για την αναζήτηση της αλήθειας;

Γιατί στα Τέμπη δεν υπάρχει μόνο το έγκλημα της σύγκρουσης. Υπάρχει και η διαχείριση μετά το έγκλημα. Υπάρχει η αλλοίωση του πεδίου. Υπάρχει η δημόσια καχυποψία για το λεγόμενο «μπάζωμα». Υπάρχει η πεποίθηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας ότι αντί το κράτος να σκύψει με απόλυτο σεβασμό πάνω από τα συντρίμμια, έστησε γύρω από την αλήθεια ένα πέπλο καθυστέρησης, ασάφειας και αδιαφάνειας.

Η σημερινή αποκάλυψη, λοιπόν, δεν κλείνει λογαριασμούς. Τους ανοίγει ακόμα περισσότερο. Γιατί κάθε νέο στοιχείο που βγαίνει τώρα στη δημοσιότητα δεν λειτουργεί λυτρωτικά. Λειτουργεί καταγγελτικά. Θυμίζει ότι επί τρία χρόνια η κοινωνία δεν είχε πλήρη εικόνα. Θυμίζει ότι οι συγγενείς δεν σταμάτησαν στιγμή να φωνάζουν πως ο χώρος αλλοιώθηκε. Θυμίζει ότι η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να αρκείται στο να καταγράφει την οργή, αλλά οφείλει να απαντήσει με πράξεις, με ευθύνες και με απόλυτη διαφάνεια.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Το ζήτημα είναι και τι έγινε αμέσως μετά. Ποιοι μπήκαν στο πεδίο. Ποιοι έδωσαν εντολές. Ποιοι επέτρεψαν παρεμβάσεις. Ποιοι ήξεραν για το υλικό. Ποιοι δεν το ενέταξαν έγκαιρα. Ποιοι σιώπησαν. Και κυρίως, γιατί.

Γιατί όταν μιλάμε για 57 νεκρούς, δεν υπάρχει χώρος για μισόλογα. Δεν υπάρχει χώρος για «δεν γνωρίζαμε», «δεν είδαμε», «δεν προλάβαμε». Δεν υπάρχει χώρος για μια αλήθεια με το σταγονόμετρο. Υπάρχει μόνο η υποχρέωση να αποδοθούν όλα στο φως. Ολόκληρα. Καθαρά. Χωρίς εκπτώσεις.

Το «μπάζωμα» στα Τέμπη δεν είναι μια λέξη της πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι μια βαριά καταγγελία που αγγίζει τον πυρήνα της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Και όσο νέα στοιχεία εμφανίζονται με καθυστέρηση ετών, τόσο η υποψία μετατρέπεται σε κοινωνική οργή. Όχι επειδή ο κόσμος θέλει να πιστέψει το χειρότερο, αλλά επειδή κανείς δεν του έδωσε έγκαιρα λόγο να πιστέψει το αντίθετο.

Η Ελλάδα δεν περίμενε τρία χρόνια απλώς για να δει μερικές φωτογραφίες και βίντεο. Περίμενε τρία χρόνια για κάτι πολύ μεγαλύτερο: για την απόδειξη ότι σε αυτόν τον τόπο η αλήθεια δεν θάβεται μαζί με τα μπάζα. Και αυτό, μέχρι σήμερα, παραμένει ανοιχτή πληγή.

About The Author